ΕΠΟ11 - Παράδειγμα Ακαδημαϊκής Εργασίας (Προπτυχιακοί Φοιτητές)
Η Βιομηχανική Επανάσταση, που εκτείνεται σε δύο κύριες φάσεις από τα τέλη του 18ου έως τα μέσα του 19ου αιώνα (πρώτη φάση) και από τα τέλη του 19ου έως τις αρχές του 20ού αιώνα (δεύτερη φάση), αποτέλεσε μια ριζική τομή στη σύγχρονη ιστορία της Ευρώπης. Επηρέασε βαθιά τις οικονομικές, κοινωνικές και τεχνολογικές δομές, καθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκαν οι σύγχρονες καπιταλιστικές οικονομίες. Στην παρούσα εργασία, θα αναλύσουμε αρχικά τους λόγους για τους οποίους η Αγγλία βρέθηκε στην πρωτοπορία της πρώτης φάσης της Βιομηχανικής Επανάστασης και ακολούθως θα προσδιορίσουμε τις σημαντικότερες ανακατατάξεις που προέκυψαν σε επίπεδο κεφαλαίου και οικονομικών δομών, τόσο κατά την πρώτη όσο και κατά τη δεύτερη φάση της Βιομηχανικής Επανάστασης.
Προϋποθέσεις και λόγοι της αγγλικής πρωτοπορίας
Ένας από τους βασικούς παράγοντες που συνέβαλαν στην αγγλική πρωτοπορία ήταν η γεωγραφική θέση της χώρας καθώς και η κυριαρχία της στις θάλασσες. Η Αγγλία διέθετε έναν τεράστιο αποικιακό χώρο, ο οποίος της εξασφάλιζε αφενός φθηνές πρώτες ύλες, όπως βαμβάκι και ζάχαρη, αφετέρου μια διευρυμένη αγορά για τα βιομηχανικά της προϊόντα. Επιπλέον, η ύπαρξη ενός πυκνού δικτύου λιμανιών και πλωτών ποταμών μείωσε δραστικά το κόστος μεταφοράς πρώτων υλών και τελικών προϊόντων, διευκολύνοντας τη γρήγορη διακίνηση και ανταλλαγή. Η προσβασιμότητα σε εμπορικές διόδους δημιούργησε «εμπορικούς κόμβους», όπου τα κεφάλαια και η τεχνογνωσία μπορούσαν να συγκεντρώνονται ταχύτερα, ενισχύοντας τη βιομηχανική ανάπτυξη.
Η Αγροτική Επανάσταση που προηγήθηκε στη Βρετανία κατά τον 18ο αιώνα, εισήγαγε καινοτομίες στις γεωργικές τεχνικές, ενώ το σύστημα των περιφράξεων άλλαξε ριζικά την κατοχή και εκμετάλλευση της αγροτικής γης. Η αμειψισπορά, η χρήση νέων φυτών για τη λίπανση του εδάφους και η σταδιακή μηχανοποίηση (σπαρτικές μηχανές) αύξησαν την παραγωγικότητα της γης. Η βελτιωμένη απόδοση ενίσχυσε τη δυνατότητα σίτισης του αυξανόμενου πληθυσμού στις πόλεις και απελευθέρωσε επιπλέον ανθρώπινο δυναμικό από την αγροτική παραγωγή, συμβάλλοντας στη συγκρότηση μιας ευρείας «αγοράς εργασίας» για τα εργοστάσια. Παράλληλα, οι κοινόχρηστες εκτάσεις (commons) περιορίστηκαν, αφήνοντας τους φτωχότερους αγρότες χωρίς πρόσβαση στη γη, γεγονός που τροφοδότησε τη μετανάστευση στις αναπτυσσόμενες βιομηχανικές πόλεις. Η μαζική αυτή μετακίνηση του πληθυσμού δημιούργησε μια τεράστια δεξαμενή φθηνού εργατικού δυναμικού, έτοιμο να εργαστεί στις νέες βιομηχανικές εγκαταστάσεις.
Η Αγγλία εμφάνιζε αξιοσημείωτη πολιτική σταθερότητα σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες της εποχής, χάρη στη σταδιακή ενίσχυση του Κοινοβουλίου έναντι του στέμματος και στη διαμόρφωση ενός θεσμικού πλαισίου φιλικού προς την επιχειρηματική δράση. Οι νόμοι περί πνευματικής ιδιοκτησίας, οι τραπεζικές διευκολύνσεις και η νομοθεσία περί εταιρειών διευκόλυναν τους επενδυτές και τους βιομήχανους. Στο σημείο αυτό, αξίζει να αναφερθεί ότι η πολιτική σταθερότητα και η αποτελεσματική προστασία των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων περιόριζαν την αβεβαιότητα και τα κόστη συναλλαγής. Με τον τρόπο αυτό, οι επενδυτές ήταν πρόθυμοι να διαθέσουν κεφάλαια σε μακροπρόθεσμα βιομηχανικά σχέδια.
Η συσσώρευση κεφαλαίου που προήλθε από τον αποικιακό πλούτο, το εμπόριο και τη σταθερή τραπεζική υποδομή υπήρξε καθοριστική ώστε να χρηματοδοτηθούν πρωτοποριακές βιομηχανικές καινοτομίες. Πρωτεύον παράδειγμα η εφεύρεση και η διάδοση της ατμομηχανής Βατ (James Watt), που σηματοδότησε μια νέα εποχή στη βιομηχανική παραγωγή. Ειδικά ο κλάδος της κλωστοϋφαντουργίας στη Βρετανία αξιοποίησε αυτές τις καινοτομίες, όπως την υδροκίνητη κλωστική μηχανή, τη λεγόμενη spinning jenny και τον μηχανικό αργαλειό. Έτσι, η παραγωγικότητα της βιομηχανίας υφασμάτων εκτινάχθηκε και τα αγγλικά προϊόντα κυριάρχησαν στις διεθνείς αγορές. Ταυτόχρονα, το κέρδος από το εμπόριο ανακυκλωνόταν σε βιομηχανικές επενδύσεις και δημιούργησε μια δυναμική «στροφή» προς τη μαζική παραγωγή.
Συνοψίζοντας τα παραπάνω, η γεωγραφική θέση και η αποικιακή επέκταση παρείχαν άφθονες πρώτες ύλες και διευρυμένες αγορές, ενώ η αγροτική επανάσταση και οι περιφράξεις διαμόρφωσαν ένα νέο, μαζικό εργατικό δυναμικό και ενίσχυσαν τη δυνατότητα σίτισης του αυξανόμενου πληθυσμού. Η πολιτική σταθερότητα και οι ευνοϊκοί θεσμοί κατοχύρωσαν τα επιχειρηματικά δικαιώματα και έδιωξαν το φάσμα της αστάθειας που ταλαιπωρούσε άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Τέλος, το συσσωρευμένο κεφάλαιο και η πρόοδος στην τεχνολογία έδωσαν τη δυνατότητα να χρηματοδοτηθούν οι κρίσιμες εφευρέσεις και να αναπτυχθεί η βιομηχανία με πρωτοφανή ρυθμό. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων οδήγησε στην αγγλική πρωτοπορία της Βιομηχανικής Επανάστασης, η οποία επηρέασε καθοριστικά τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, τόσο σε οικονομικό όσο και σε θεσμικό επίπεδο.
~~~~~~~~~
Ανακατατάξεις που προκάλεσε η Βιομηχανική Επανάσταση στον κόσμο του Κεφαλαίου και της Οικονομίας
Η Βιομηχανική Επανάσταση, που εξελίχθηκε σε δύο κύριες φάσεις – η πρώτη (1760–1850) και η δεύτερη (1870–1914) – προκάλεσε ριζικές μεταβολές στην οικονομία και στον κόσμο του κεφαλαίου. Οι αλλαγές αυτές αφορούσαν στη μετάβαση από αγροτικές και βιοτεχνικές μορφές παραγωγής σε εργοστασιακή βιομηχανική παραγωγή αλλά και στη διαμόρφωση νέων μορφών κεφαλαιοκρατίας, την επέκταση των χρηματοπιστωτικών θεσμών και τη συγκρότηση μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Οι εξελίξεις αυτές είχαν βαθιές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις.
Η πρώτη φάση της Βιομηχανικής Επανάστασης σηματοδότησε την οριστική μετάβαση από την παραδοσιακή αγροτική οικονομία σε μια βιομηχανική-αστική οικονομία, με επίκεντρο την κεφαλαιοκρατική παραγωγή. Οι τεχνολογικές εξελίξεις, όπως η εκτεταμένη χρήση της ατμομηχανής, η ανάπτυξη της κλωστοϋφαντουργίας και η μαζική εκμετάλλευση του άνθρακα και του σιδήρου, διαμόρφωσαν νέα πρότυπα παραγωγής και συσσώρευσης κεφαλαίου. Η συγκέντρωση των μέσων παραγωγής στα χέρια λίγων μεγάλων βιομηχάνων δημιούργησε μια νέα τάξη επιχειρηματιών, που βασιζόταν στη συσσώρευση κεφαλαίου, στη μεγιστοποίηση του κέρδους και στην εκμετάλλευση του εργατικού δυναμικού. Στη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Γερμανία, η αστική τάξη σταδιακά κατέστη κυρίαρχη στην οικονομία, μετατοπίζοντας την ισχύ από τους παραδοσιακούς γαιοκτήμονες στους βιομήχανους και στους τραπεζίτες. Ο διεθνής καταμερισμός εργασίας άρχισε να διαμορφώνεται κατά την περίοδο αυτή. Οι βιομηχανικές χώρες εξήγαγαν βιομηχανικά προϊόντα, ενώ οι αποικίες και οι λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου, περιορίζονταν σε ρόλο προμηθευτών πρώτων υλών.
Κατά τη δεύτερη φάση της Βιομηχανικής Επανάστασης (1870–1914), η οικονομία γνώρισε τεράστια χρηματοπιστωτική επέκταση. Οι ανάγκες για κεφάλαια αυξήθηκαν ραγδαία λόγω των μεγάλων έργων υποδομής, των σιδηροδρομικών αλλά και των εκτεταμένων βιομηχανικών επενδύσεων. Οι μεγάλες τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα άρχισαν να παίζουν κεντρικό ρόλο στη στήριξη των επενδύσεων και στη ρύθμιση της οικονομικής ροής κεφαλαίων. Η δημιουργία μετοχικών εταιρειών αποτέλεσε μια καινοτομία που επέτρεψε τη συγκέντρωση κεφαλαίων από πολλούς επενδυτές, μειώνοντας το ρίσκο και αυξάνοντας τις δυνατότητες χρηματοδότησης νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Επιπλέον, η ανάπτυξη χρηματιστηριακών αγορών (ιδιαίτερα στο Λονδίνο, στο Παρίσι και στο Βερολίνο) καθόρισε νέα πρότυπα οικονομικής ανάπτυξης, με τις επιχειρήσεις να βασίζονται όλο και περισσότερο στην άντληση κεφαλαίων μέσω των μετοχών και των ομολόγων.
Επιπλέον, η δεύτερη φάση της Βιομηχανικής Επανάστασης συνοδεύτηκε από μια εντυπωσιακή αύξηση του διεθνούς εμπορίου. Η βελτίωση των μεταφορών, με τη δημιουργία σιδηροδρομικών δικτύων και τη διάδοση των ατμόπλοιων, κατέστησε δυνατή τη γρηγορότερη και φθηνότερη διακίνηση εμπορευμάτων. Όπως αναφέραμε και στην αρχή της εργασίας, η αποικιοκρατία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και για τη δημιουργία ενός παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, καθώς οι αποικίες παρείχαν φθηνές πρώτες ύλες, ενώ τα βιομηχανικά κέντρα επεξεργάζονταν τα προϊόντα και τα εξήγαγαν πίσω στις αγορές των αποικιών. Ταυτόχρονα, η εισαγωγή του κανόνα του χρυσού ως νομισματικού συστήματος στα τέλη του 19ου αιώνα σταθεροποίησε τις διεθνείς συναλλαγές και διευκόλυνε την επέκταση των αγορών.
Τέλος, η ραγδαία επέκταση της κεφαλαιοκρατίας είχε ως αποτέλεσμα την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Κατά την πρώτη φάση της Βιομηχανικής Επανάστασης, η εκμετάλλευση των εργατών, η παιδική εργασία και οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης οδήγησαν στη δημιουργία των πρώτων εργατικών κινημάτων, τα οποία διεκδικούσαν λιγότερες ώρες εργασίας, καλύτερους μισθούς, και βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Η δεύτερη φάση επέφερε θεσμικές μεταβολές, καθώς τα κράτη άρχισαν να θεσπίζουν εργατικούς νόμους, να αναγνωρίζουν τα συνδικάτα και να εισάγουν κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, όπως το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση και τους κανονισμούς για την προστασία της εργασίας. Παρόλα αυτά, η συγκέντρωση του κεφαλαίου σε μεγάλες επιχειρήσεις και τραπεζικά ιδρύματα δημιούργησε οικονομικούς ολιγάρχες, που είχαν καθοριστικό έλεγχο στην οικονομία και τις αγορές.
Συμπέρασμα
Η Βιομηχανική Επανάσταση άλλαξε ριζικά τον κόσμο του κεφαλαίου και της οικονομίας. Η πρώτη φάση έθεσε τις βάσεις της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας, μεταβάλλοντας την αγροτική παραγωγή σε εργοστασιακή, και προωθώντας τη συσσώρευση κεφαλαίων στα χέρια μιας νέας βιομηχανικής τάξης. Η δεύτερη φάση οδήγησε στη μεγιστοποίηση του ρόλου των τραπεζών, στη διεθνοποίηση των αγορών, στην παγκοσμιοποίηση του εμπορίου και στη διαμόρφωση μιας πιο οργανωμένης εργατικής συνείδησης. Ωστόσο, οι ανισότητες και οι οικονομικές συγκεντρώσεις κεφαλαίου που προκάλεσε η διαδικασία αυτή παρέμειναν έντονες και διαμόρφωσαν την κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα του 20ού αιώνα.-
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Γαγανάκης, Κ., Κοινωνική και οικονομική ιστορία της Ευρώπης, ΕΑΠ, Πάτρα, 1999, (σ. 229-282).
Mikulas, Teich, «Βιομηχανική επανάσταση και κοινωνία στην Ευρώπη κατά το 19ο
αιώνα» (μτφρ. Μ. Αρκολάκης), στο Μ. Δρίτσα (επιμ.) Κοινωνική και οικονομική
ιστορία της Ευρώπης. Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορία της
Ευρώπης, ΕΑΠ, Πάτρα, 2008.
Μπρέγιαννη, Αικατερίνη, «Νόμισμα και οικονομία στη νεότερη Ευρώπη. Μορφές
νομισματικής συνεργασίας και νομισματικά συστήματα», στο Μ. Δρίτσα
(επιμ.) Κοινωνική και οικονομική ιστορία της Ευρώπης. Θέματα οικονομικής και
κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης, ΕΑΠ, Πάτρα, 2008 (σ. 117-147).
Landes, David, Ο Προμηθέας χωρίς δεσμά. Τεχνολογική αλλαγή και βιομηχανική ανάπτυξη στη Δυτική Ευρώπη από το 1750 μέχρι σήμερα, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, Αθήνα, 2009 (σ. 61-219).
North, Douglass, Δομή και Μεταβολές στην οικονομική ιστορία, (μτφρ. Α. Αλεξιάδη), Κριτική Επιστημονική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2000 (σ. 248-264).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου