Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

Γλώσσα και νόημα στη φιλοσοφία του Bertrand Russell και του Ludwig Wittgenstein



A person in a suit and tie

Description automatically generated          A person in a suit looking to the side

Description automatically generated


ΕΠΟ22 - Παράδειγμα ακαδημαϊκής εργασίας (Προπτυχιακοί Φοιτητές)


Εισαγωγή: Η ζωή και το έργο των δύο φιλοσόφων


Ο Bertrand Russell (1872-1970) ήταν Βρετανός φιλόσοφος και μαθηματικός και έγινε γνωστός για τη θεωρία του λογικού ατομισμού και τη συνεισφορά του στην αναλυτική φιλοσοφία.  Έγραψε πολλά έργα σε διάφορους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της λογικής, της επιστημονικής μεθοδολογίας, της ηθικής και της πολιτικής φιλοσοφίας.

To μεγαλειώδες έργο του "Principles of Mathematics" είναι μια φιλόδοξη απόπειρα αναγωγής των μαθηματικών στην καθαρή λογική, μέσω της θεωρίας των συνόλων.

Ο Ludwig Wittgenstein (1889-1951) γεννήθηκε στη Βιέννη και έγινε γνωστός για το έργο του "Tractatus Logico-Philosophicus", το οποίο εκδόθηκε το 1921.  Σε αυτό το έργο προσπάθησε να δώσει λύση στα προβλήματα της φιλοσοφίας μέσω της λογικής ανάλυσης της γλώσσας.  Αργότερα, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εγκατέλειψε τη φιλοσοφία για να ασχοληθεί με διάφορα επαγγέλματα, όπως δάσκαλος δημοτικού σχολείου στην Αυστρία.  Το δεύτερο έργο του, "Φιλοσοφικές Έρευνες" δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του.  Σε αυτό, εξερευνά την χρήση της γλώσσας στην καθημερινή ζωή και την επίδρασή της στη σκέψη μας.

Τόσο ο Russell όσο και ο Wittgenstein αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικούς εκπροσώπους της αναλυτικής φιλοσοφίας, διαθέτοντας ο καθένας διαφορετικές προσεγγίσεις και ενδιαφέροντα.


Η θεωρία του Λογικού Ατομισμού – B. Russell


Η διατύπωση της φιλοσοφίας του λογικού ατομισμού αποτελεί ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο φιλοσοφικό σύστημα, το οποίο αναπτύχθηκε στα πλαίσια της αναλυτικής φιλοσοφίας και έχει ως στόχο να διερευνήσει την έσχατη δομή του κόσμου με τη βοήθεια λογικών και γλωσσικών τεχνικών.  

Ο Bertrand Russell εργάστηκε εκτενώς πάνω στο ζήτημα του διαχωρισμού μεταξύ γλωσσικής μορφής και λογικής δομής, καθώς αυτό αποτελεί κεντρική έννοια στη φιλοσοφία της γλώσσας και της λογικής ανάλυσης. Ο διαχωρισμός αυτός, είναι ιδιαίτερα σημαντικός για να κατανοήσουμε πώς οι δομές της γλώσσας αντιστοιχούν σε λογικές σχέσεις και πώς η λογική δομή είναι ενσωματωμένη στη γλωσσική έκφραση.  Η γλωσσική μορφή αναφέρεται στην εξωτερική μορφή της γλώσσας, δηλαδή στις λέξεις, τις φράσεις και τη συντακτική δομή που χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε απόψεις και έννοιες.  Η λογική δομή αναφέρεται στις σχέσεις μεταξύ των εννοιών και των προτάσεων που προκύπτουν από τη σύνταξη της γλώσσας.

Για παράδειγμα, η πρόταση «Ο βασιλιάς της Γαλλίας είναι φαλακρός» είναι μια λογικά σύνθετη πρόταση που όμως η λογική της κατασκευή κρύβεται κάτω από το «λεκτικό της ένδυμα».  Τα δύο νοήματα που συνδέει είναι α) υπάρχει σήμερα βασιλιάς στη Γαλλία; και β) είναι ο βασιλιάς φαλακρός;  Για να μπορέσουμε να πούμε ότι η παραπάνω πρόταση αληθεύει, θα πρέπει και τα δύο αυτά νοήματα να είναι ταυτοχρόνως αληθινά.

Ο Russell πίστευε ότι η φιλοσοφική ανάλυση πρέπει να απομονώνει την λογική δομή των προτάσεων από την περιττή γλωσσική λεπτομέρεια. Αυτό θα μπορούσε να δώσει μια πιο σαφή και ακριβή αντίληψη των φιλοσοφικών προβλημάτων και των λογικών σχέσεων μεταξύ των εννοιών.  Μέσω της αφαίρεσης της γλωσσικής μορφής, μπορούμε να επικεντρωθούμε στην αναγνώριση των λογικών αληθειών, κάτι που είναι ουσιαστικό για την ανάπτυξη μιας ακριβούς και αντικειμενικής φιλοσοφίας.

Για τον Russell, ως σημείο αφετηρίας ορίζεται η σύλληψη μίας ιδανικής γλώσσας – λογικά τέλειας – που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα προβλήματα της φιλοσοφίας.  Η ανάγκη ανάδειξης της υποκειμενικής λογικής δομής μιας πρότασης θεμελίωσε την διάκριση ανάμεσα στις ατομικές και τις σύνθετες λογικές προτάσεις.  Οι λογικά σύνθετες προτάσεις, δομούνται από απλούστερες προτάσεις, ως συναρτήσεις αλήθειας των πιο απλών προτάσεων.  Οι ατομικές προτάσεις είναι οι απλούστερες προτάσεις και δεν επιδέχονται περαιτέρω ανάλυση.  Η ατομική πρόταση συντίθεται από ένα λογικό κύριο όνομα και ένα χαρακτηριστικό (ιδιότητα, έννοια), τα οποία δεν αναλύονται περαιτέρω.  Για παράδειγμα, η πρόταση "Ο Σωκράτης είναι σοφός" αναλύεται σε δύο ατομικά στοιχεία: το λογικό κύριο όνομα "Σωκράτης" και το χαρακτηριστικό "σοφός".

Η θεωρία του λογικού ατομισμού, λοιπόν, αντιπροσωπεύει μια προσέγγιση της γλώσσας και της λογικής που έχει σημαντικές επιπτώσεις στην φιλοσοφική σκέψη, για τη θεωρία της αλήθειας και της σημασίας των προτάσεων.  Σύμφωνα με τον Russell, εφόσον η λογική θα λάμβανε μια καθαρή μορφή θα μπορούσε να αποκαλύψει τη δομή του κόσμου.  Καθώς η λογική περιέχει σύνθετες προτάσεις, οι οποίες δομούνταν από απλές, αληθείς προτάσεις, έτσι και στον κόσμο υπήρχαν αυτόνομα ατομικά γεγονότα, τα οποία αντιστοιχούσαν στις απλές προτάσεις.  Αυτός ο διαχωρισμός είναι το επίκεντρο της σύγχρονης μαθηματικής λογικής αφού εκεί “στηρίζεται η δυνατότητα του υπολογισμού της αλήθειας μιας συνολικής πρότασης με αναφορά στην «αληθειακή αξία» ή «αληθοτιμή» (truth value) των ατομικών συστατικών της”.  

Σύμφωνα με τον Russell λοιπόν, το νόημα μίας πρότασης μπορεί να γίνει κατανοητό μόνον εφόσον γνωρίζουμε άμεσα και εξολοκλήρου τα συστατικά που την συνθέτουν. Η άμεση γνωριμία έχει να κάνει με την άμεση νοητική παράσταση, καθώς μπορούμε να γνωρίζουμε άμεσα τα αισθητηριακά δεδομένα του παρόντος αλλά όχι εκείνα του παρελθόντος.



Η απεικονιστική θεωρία του νοήματος – L. Wittgenstein


Εν συνεχεία, θα παρουσιάσουμε τη φιλοσοφική θεωρία του Wittgenstein έτσι όπως διατυπώνεται στο πρώτο του έργο Tractatus Logico-Philosophicus.  Με τον όρο γλώσσα, ο φιλόσοφος, δεν αναφέρεται στις φυσικές καθομιλούμενες γλώσσες, αλλά σε μια ιδεώδη και λογικά τέλεια γλώσσα.  Η γλώσσα αυτή δεν έχει αμφισημίες ενώ κάθε όρος έχει ξεκάθαρη λογική λειτουργία.  Η απεικονιστική θεωρία του νοήματος αποτελεί τον θεωρητικό πυρήνα του Tractatus.  Σύμφωνα με τον Wittgenstein, η αναπαραστατική λειτουργία της γλώσσας συνίσταται σε ένα δομικό ισομορφισμό μεταξύ γλώσσας και κόσμου. Ο κόσμος αποτελείται από το σύνολο των γεγονότων, όπου ένα γεγονός είναι μία υπαρκτή κατάσταση πραγμάτων.  Από την άλλη, οι ατομικές προτάσεις (εκείνες δηλαδή που δεν υπόκεινται σε περαιτέρω ανάλυση) απεικονίζουν μια κατάσταση πραγμάτων – ένα δυνατό γεγονός.  Τα συστατικά της πρότασης είναι τοποθετημένα σε τέτοια σειρά ώστε να απεικονίζεται η συνύφανση των πραγμάτων στα οποία αναφέρεται.  Εφόσον λοιπόν η κατάσταση πραγμάτων που αναπαριστά η πρόταση είναι υπαρκτή, τότε η κατάσταση πραγμάτων είναι γεγονός και η πρόταση είναι αληθής.

Οι ατομικές προτάσεις συνδυάζονται μεταξύ τους με λογικούς τρόπους με τη βοήθεια συζεύξεων, διαζεύξεων, συνεπαγωγών κλπ.  Κάθε γλωσσική πρόταση είναι ένας συνδυασμός ατομικών προτάσεων.  Η αλήθεια ή το ψεύδος κάθε σύνθετης πρότασης καθορίζεται από την αλήθεια ή το ψεύδος των ατομικών της συστατικών.  Πέρα από οτιδήποτε δεν μπορεί να αναπαρασταθεί στην γλώσσα δεν μπορούμε να μιλήσουμε και πρέπει να σωπαίνουμε.  Εξού και η γνωστή ρήση του Wittgenstein «τα όρια της γλώσσας μου είναι και τα όρια του κόσμου μου».


Ύστερος Wittgenstein


O Wittgenstein στην ύστερη φιλοσοφία του, έρχεται να απορρίψει μια θεμελιακή προκείμενη την πρώιμης φιλοσοφίας του. Όπως αναφέραμε παραπάνω, οι πρώιμες παραδοχές του πραγματεύονταν αφενός τη μοναδική λειτουργία της γλώσσας, η οποία είναι η αναπαράσταση του κόσμου, και αφετέρου την ουσία των προτάσεων που είναι να αναπαριστούν αληθείς ή ψευδείς καταστάσεις πραγμάτων.  Στις Φιλοσοφικές Έρευνες – έργο που είδε το φως της δημοσιότητας μετά τον θάνατό του φιλοσόφου, επικρίνει τον συγγραφέα του Tractatus (δηλαδή τον εαυτό του!).  Το νόημα μιας πρότασης, για τον ύστερο Wittgenstein, διέπεται από μια ποικιλία λειτουργιών, οι οποίες συνδέονται άρρηκτα με διάφορες επικοινωνιακές πρακτικές.

Στις Φιλοσοφικές Έρευνες ο Wittgenstein εξετάζει τη φύση της γλώσσας και του νοήματος με έναν διαφορετικό τρόπο.  Αντί να επιχειρήσει να αναλύσει τη γλώσσα σε ατομικές προτάσεις με αυστηρούς λογικούς κανόνες, όπως έκανε στο Tractatus, εστιάζει στη χρήση της γλώσσας στο πλαίσιο της κοινωνικής και πρακτικής δραστηριότητας.  Ο φιλόσοφος εμπνέεται από τα χαρακτηριστικά των παιγνίων, τα οποία αποτελούν ελεύθερες δημιουργίες του ανθρώπινου νου, είναι αυτόνομα και φανερώνουν κανονικότητα.  Υιοθετεί τον όρο γλωσσικό παίγνιο υποστηρίζοντας ότι η χρήση της γλώσσας εξαρτάται από το πλαίσιο και τον σκοπό της εκάστοτε κατάστασης.  Ως κοινό σημείο μεταξύ παιγνίου και γλώσσας ορίζεται η κανονιστικότητα.  

Για παράδειγμα, στο σκάκι τα ξύλινα πιόνια από μόνα τους δεν έχουν κανένα νόημα.  Η ολότητα των κανόνων του παιχνιδιού καθορίζει τον λογικό χώρο για το πιόνι.  Με την ίδια λογική το νόημα των γλωσσικών εκφράσεων καθορίζεται από τους κανόνες χρήσης τους στο πλαίσιο της γλωσσικής επικοινωνίας.  Η προσέγγιση αυτή της γλώσσας είναι πολύ πιο εμπειρική και εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη γλώσσα στην καθημερινή τους ζωή, αντί να εστιάζει σε μια θεωρητική δομή που υποτίθεται ότι βρίσκεται πίσω από αυτήν.


Συνοψίζοντας, ο λογικός ατομισμός του Russell και η απεικονιστική θεωρία του νοήματος του Wittgenstein αποτελούν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις της αναλυτικής φιλοσοφίας, που όμως εμφανίζονται να έχουν ορισμένες παρόμοιες ιδέες.  Από τη μία, ο λογικός ατομισμός του Russell περιλαμβάνει την ιδέα ότι οι γλωσσικές προτάσεις μπορούν να αναλυθούν σε ατομικά στοιχεία, τα οποία αντιστοιχούν στα ατομικά στοιχεία του κόσμου.  Αυτό σημαίνει ότι οι προτάσεις αναφέρονται σε αντικείμενα και γεγονότα που υπάρχουν ανεξάρτητα από τη γλώσσα, και η αλήθεια ή το ψεύδος τους ορίζεται από την αντιστοιχία τους με τον κόσμο.  Η απεικονιστική θεωρία του Wittgenstein, από την άλλη, εστιάζει στη σχέση μεταξύ γλώσσας και πραγματικότητας.  Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία, οι προτάσεις απεικονίζουν τον κόσμο και αποτελούν αληθείς ή ψευδείς με βάση την αντιστοίχισή τους με την πραγματικότητα.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν, ότι οι δύο αυτές προσεγγίσεις μπορεί να έχουν ορισμένες παρόμοιες έννοιες, όπως η ιδέα ότι οι προτάσεις αντιστοιχούν σε αντικείμενα ή γεγονότα του κόσμου, υπάρχουν ωστόσο σημαντικές διαφορές στην ερμηνεία τους και στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τη σχέση της γλώσσας με τον κόσμο.



Βασική ιδέα και διαφορά πρώιμης και όψιμης φιλοσοφίας του Wittgenstein


Η φιλοσοφία της γλώσσας του Wittgenstein εξελίχθηκε σημαντικά μεταξύ των έργων του: "Tractatus" και "Φιλοσοφικών Έρευνων".  Στην όψιμη φιλοσοφία του Wittgenstein οι ακραίες απαιτήσεις του λογικού ατομισμού περιορίζονται αισθητά, και ξεπροβάλλει μια πιο ολιστική ιδέα περί γλώσσας.  Η κύρια ιδέα που διαφοροποιεί τα δύο αυτά έργα είναι η μετάβαση από μια αναλυτική και λογική προσέγγιση της γλώσσας σε μια εμπειρική γλωσσολογική προσέγγιση.

Όπως αναλύσαμε και νωρίτερα, ο Wittgenstein στο Tractatus, προσπάθησε να αναλύσει τη φύση της γλώσσας με βάση τη λογική δομή της, θεωρώντας ότι η γλώσσα αποκωδικοποιείται σε μια σειρά από ατομικές προτάσεις, οι οποίες αντιστοιχούν σε ατομικά γεγονότα.  Από την άλλη, στις Φιλοσοφικές Έρευνες, μετατοπίζει την προσοχή του από την αναζήτηση μιας σταθερής δομής της γλώσσας, εστιάζοντας πλέον στην ποικιλομορφία των γλωσσικών παιγνίων και των γλωσσικών χρήσεων σε κοινωνικό πλέον πλαίσιο.  Η προσέγγιση αυτή επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο οι λέξεις αποκτούν νόημα μέσα σε συγκεκριμένα κοινωνικά και πολιτισμικά πεδία.

Επομένως, ενώ η βασική ιδέα στο Tractatus ήταν η αντιμετώπιση της γλώσσας ως ένας αντικειμενικός αναπαραστατικός χάρτης της πραγματικότητας, στις Φιλοσοφικές Έρευνες είναι η κατανόηση της γλώσσας, ως ένα πολύπλοκο κοινωνικό φαινόμενο που εξαρτάται από τον τρόπο που χρησιμοποιείται στην πράξη.  Έτσι προκύπτει και η περίφημη ρήση του Wittgenstein που χαρακτηρίζει την ύστερη φιλοσοφία του «το νόημα είναι η χρήση».


Γλωσσικά παίγνια και Μορφές Ζωής: χρησιμότητα στη σύγχρονη κοινωνία


Ο Wittgenstein στην ύστερη φιλοσοφία του, χρησιμοποίησε τους όρους "γλωσσικά παίγνια" και "μορφές ζωής".  Με τους όρους αυτούς επιχείρησε να αναδείξει τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους μπορεί να χρησιμοποιηθεί η γλώσσα μέσα σε διαφορετικά πρακτικά και κοινωνικά πλαίσια.  Το εκάστοτε γλωσσικό παιχνίδι έχει τους δικούς του κανόνες και οι συμμετέχοντες συμφωνούν σε αυτούς κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας τους.  Αυτός ο τρόπος σκέψης του επέτρεψε να αντιμετωπίσει τη γλώσσα ως ένα πολυδιάστατο φαινόμενο, το οποίο επηρεάζεται από τον πολιτισμό, τις πρακτικές και τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων.  Η κάθε μορφή ζωής έχει τους δικούς της κανόνες, αξίες, πρακτικές και πεποιθήσεις, που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι επικοινωνούν, σκέφτονται και δρουν.  Οι μορφές ζωής μπορεί να είναι διαφορετικές μεταξύ διαφορετικών κοινωνιών, πολιτισμών, περιοχών ή ακόμα και εντός της ίδιας κοινωνίας ή ομάδας.

Ο συνδυασμός των γλωσσικών παιγνίων και των μορφών ζωής μας βοηθά να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα και την πολυμορφία τόσο της γλώσσας όσο και της κοινωνίας.  Μας επιτρέπει επίσης να αντιληφθούμε πώς η γλώσσα και η κοινωνία αλληλοεπιδρούν και πώς η γλώσσα αναδεικνύει και αντικατοπτρίζει την κοινωνική και πολιτιστική μας πραγματικότητα.

Οι δυο αυτές έννοιες θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα χρήσιμες για την κατανόηση της τρέχουσας πολυφωνίας στην εγχώρια και τη διεθνή κοινωνικοπολιτική σκηνή με διάφορους τρόπους.  Εφόσον οι μορφές ζωής αντιστοιχούν στις διαφορετικές πολιτιστικές και κοινωνικές πρακτικές που διαμορφώνουν τις κοινότητες και τους πολιτισμούς, με το να τις κατανοήσουμε μπορούμε να αντιληφθούμε καλύτερα τις αξίες, τις πρακτικές και τις πεποιθήσεις που επηρεάζουν τις δράσεις τους.  Επιπλέον, μέσω της ανάλυσης των γλωσσικών παιγνίων θα μπορούσε να αποκαλυφθεί ο τρόπος με τον οποίο αντικατοπτρίζονται οι πολιτικές συγκρούσεις και επιδρούν στην επικοινωνία.  Αυτό ίσως θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο αποτελεσματικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση πολιτικών διενέξεων και εντάσεων.


Εν κατακλείδι, οι έννοιες αυτές του Wittgenstein, θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην κατανόηση και διαχείριση της ποικιλομορφίας και πολυπλοκότητας της εγχώριας και διεθνούς κοινωνικοπολιτικής σκηνής, ενώ θα μπορούσαν συνεισφέρουν στην ανάπτυξη πιο εμπεριστατωμένων προσεγγίσεων για την αντιμετώπιση των σύγχρονων κοινωνικών προβλημάτων.-






ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Αυγελής, Ν., Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, Η εκδ. επαυξημένη, Θεσσαλονίκη: Κ. & Μ. Σταμούλης, 2020.

  2. Βαλλιάνος, Π., Φιλοσοφία στην Ευρώπη: Νεότερα και σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα (19ος-20ος αιώνας). τ. Γ΄, Πάτρα: Εκδόσεις ΕΑΠ, 2008.

  3. Kenny, Anthony & Pears, David, «Από τον Μιλ στον Βιτγκενσταϊν», στο A.Kenny (επιμ.) Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, Αθήνα: Νεφέλη, 2005.

  4. Αναστασίου, Δ., Γλώσσα και Πραγματικότητα στον Wittgenstein (2011), διδακτορική διατριβή.

  5. Μανωλακάκη, Ε., Η θεωρία των οριστικών περιγραφών.

  6. Μανωλακάκη, Ε., Λογικός Ατομισμός: Russell-Wittgenstein.

  7. Σακελλαριάδης, Θ., Η φιλοσοφία της γλώσσας του Ludvig Wittgenstein: μια κριτική προσέγγιση (1999), διδακτορική διατριβή.

  8. Χριστοδουλίδης, Π., Οι έρευνες ως συνέχεια στο Tractatus, τ. 3, Δευκαλίων, 1974.


Η παρούσα εργασία λειτουργεί ως παράδειγμα δομής και ανάλυσης για προπτυχιακούς φοιτητές και δεν προορίζεται για αντιγραφή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πώς γράφουμε παραπομπές και βιβλιογραφία σε ακαδημαϊκή εργασία

  Η σωστή χρήση παραπομπών και βιβλιογραφικών αναφορών αποτελεί βασικό στοιχείο κάθε ακαδημαϊκής εργασίας. Οι παραπομπές δεν χρησιμοποιούντ...