Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία στην Ευρώπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία στην Ευρώπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

Γλώσσα και νόημα στη φιλοσοφία του Bertrand Russell και του Ludwig Wittgenstein



A person in a suit and tie

Description automatically generated          A person in a suit looking to the side

Description automatically generated


ΕΠΟ22 - Παράδειγμα ακαδημαϊκής εργασίας (Προπτυχιακοί Φοιτητές)


Εισαγωγή: Η ζωή και το έργο των δύο φιλοσόφων


Ο Bertrand Russell (1872-1970) ήταν Βρετανός φιλόσοφος και μαθηματικός και έγινε γνωστός για τη θεωρία του λογικού ατομισμού και τη συνεισφορά του στην αναλυτική φιλοσοφία.  Έγραψε πολλά έργα σε διάφορους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της λογικής, της επιστημονικής μεθοδολογίας, της ηθικής και της πολιτικής φιλοσοφίας.

To μεγαλειώδες έργο του "Principles of Mathematics" είναι μια φιλόδοξη απόπειρα αναγωγής των μαθηματικών στην καθαρή λογική, μέσω της θεωρίας των συνόλων.

Ο Ludwig Wittgenstein (1889-1951) γεννήθηκε στη Βιέννη και έγινε γνωστός για το έργο του "Tractatus Logico-Philosophicus", το οποίο εκδόθηκε το 1921.  Σε αυτό το έργο προσπάθησε να δώσει λύση στα προβλήματα της φιλοσοφίας μέσω της λογικής ανάλυσης της γλώσσας.  Αργότερα, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εγκατέλειψε τη φιλοσοφία για να ασχοληθεί με διάφορα επαγγέλματα, όπως δάσκαλος δημοτικού σχολείου στην Αυστρία.  Το δεύτερο έργο του, "Φιλοσοφικές Έρευνες" δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του.  Σε αυτό, εξερευνά την χρήση της γλώσσας στην καθημερινή ζωή και την επίδρασή της στη σκέψη μας.

Τόσο ο Russell όσο και ο Wittgenstein αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικούς εκπροσώπους της αναλυτικής φιλοσοφίας, διαθέτοντας ο καθένας διαφορετικές προσεγγίσεις και ενδιαφέροντα.


Η θεωρία του Λογικού Ατομισμού – B. Russell


Η διατύπωση της φιλοσοφίας του λογικού ατομισμού αποτελεί ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο φιλοσοφικό σύστημα, το οποίο αναπτύχθηκε στα πλαίσια της αναλυτικής φιλοσοφίας και έχει ως στόχο να διερευνήσει την έσχατη δομή του κόσμου με τη βοήθεια λογικών και γλωσσικών τεχνικών.  

Ο Bertrand Russell εργάστηκε εκτενώς πάνω στο ζήτημα του διαχωρισμού μεταξύ γλωσσικής μορφής και λογικής δομής, καθώς αυτό αποτελεί κεντρική έννοια στη φιλοσοφία της γλώσσας και της λογικής ανάλυσης. Ο διαχωρισμός αυτός, είναι ιδιαίτερα σημαντικός για να κατανοήσουμε πώς οι δομές της γλώσσας αντιστοιχούν σε λογικές σχέσεις και πώς η λογική δομή είναι ενσωματωμένη στη γλωσσική έκφραση.  Η γλωσσική μορφή αναφέρεται στην εξωτερική μορφή της γλώσσας, δηλαδή στις λέξεις, τις φράσεις και τη συντακτική δομή που χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε απόψεις και έννοιες.  Η λογική δομή αναφέρεται στις σχέσεις μεταξύ των εννοιών και των προτάσεων που προκύπτουν από τη σύνταξη της γλώσσας.

Για παράδειγμα, η πρόταση «Ο βασιλιάς της Γαλλίας είναι φαλακρός» είναι μια λογικά σύνθετη πρόταση που όμως η λογική της κατασκευή κρύβεται κάτω από το «λεκτικό της ένδυμα».  Τα δύο νοήματα που συνδέει είναι α) υπάρχει σήμερα βασιλιάς στη Γαλλία; και β) είναι ο βασιλιάς φαλακρός;  Για να μπορέσουμε να πούμε ότι η παραπάνω πρόταση αληθεύει, θα πρέπει και τα δύο αυτά νοήματα να είναι ταυτοχρόνως αληθινά.

Ο Russell πίστευε ότι η φιλοσοφική ανάλυση πρέπει να απομονώνει την λογική δομή των προτάσεων από την περιττή γλωσσική λεπτομέρεια. Αυτό θα μπορούσε να δώσει μια πιο σαφή και ακριβή αντίληψη των φιλοσοφικών προβλημάτων και των λογικών σχέσεων μεταξύ των εννοιών.  Μέσω της αφαίρεσης της γλωσσικής μορφής, μπορούμε να επικεντρωθούμε στην αναγνώριση των λογικών αληθειών, κάτι που είναι ουσιαστικό για την ανάπτυξη μιας ακριβούς και αντικειμενικής φιλοσοφίας.

Για τον Russell, ως σημείο αφετηρίας ορίζεται η σύλληψη μίας ιδανικής γλώσσας – λογικά τέλειας – που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα προβλήματα της φιλοσοφίας.  Η ανάγκη ανάδειξης της υποκειμενικής λογικής δομής μιας πρότασης θεμελίωσε την διάκριση ανάμεσα στις ατομικές και τις σύνθετες λογικές προτάσεις.  Οι λογικά σύνθετες προτάσεις, δομούνται από απλούστερες προτάσεις, ως συναρτήσεις αλήθειας των πιο απλών προτάσεων.  Οι ατομικές προτάσεις είναι οι απλούστερες προτάσεις και δεν επιδέχονται περαιτέρω ανάλυση.  Η ατομική πρόταση συντίθεται από ένα λογικό κύριο όνομα και ένα χαρακτηριστικό (ιδιότητα, έννοια), τα οποία δεν αναλύονται περαιτέρω.  Για παράδειγμα, η πρόταση "Ο Σωκράτης είναι σοφός" αναλύεται σε δύο ατομικά στοιχεία: το λογικό κύριο όνομα "Σωκράτης" και το χαρακτηριστικό "σοφός".

Η θεωρία του λογικού ατομισμού, λοιπόν, αντιπροσωπεύει μια προσέγγιση της γλώσσας και της λογικής που έχει σημαντικές επιπτώσεις στην φιλοσοφική σκέψη, για τη θεωρία της αλήθειας και της σημασίας των προτάσεων.  Σύμφωνα με τον Russell, εφόσον η λογική θα λάμβανε μια καθαρή μορφή θα μπορούσε να αποκαλύψει τη δομή του κόσμου.  Καθώς η λογική περιέχει σύνθετες προτάσεις, οι οποίες δομούνταν από απλές, αληθείς προτάσεις, έτσι και στον κόσμο υπήρχαν αυτόνομα ατομικά γεγονότα, τα οποία αντιστοιχούσαν στις απλές προτάσεις.  Αυτός ο διαχωρισμός είναι το επίκεντρο της σύγχρονης μαθηματικής λογικής αφού εκεί “στηρίζεται η δυνατότητα του υπολογισμού της αλήθειας μιας συνολικής πρότασης με αναφορά στην «αληθειακή αξία» ή «αληθοτιμή» (truth value) των ατομικών συστατικών της”.  

Σύμφωνα με τον Russell λοιπόν, το νόημα μίας πρότασης μπορεί να γίνει κατανοητό μόνον εφόσον γνωρίζουμε άμεσα και εξολοκλήρου τα συστατικά που την συνθέτουν. Η άμεση γνωριμία έχει να κάνει με την άμεση νοητική παράσταση, καθώς μπορούμε να γνωρίζουμε άμεσα τα αισθητηριακά δεδομένα του παρόντος αλλά όχι εκείνα του παρελθόντος.



Η απεικονιστική θεωρία του νοήματος – L. Wittgenstein


Εν συνεχεία, θα παρουσιάσουμε τη φιλοσοφική θεωρία του Wittgenstein έτσι όπως διατυπώνεται στο πρώτο του έργο Tractatus Logico-Philosophicus.  Με τον όρο γλώσσα, ο φιλόσοφος, δεν αναφέρεται στις φυσικές καθομιλούμενες γλώσσες, αλλά σε μια ιδεώδη και λογικά τέλεια γλώσσα.  Η γλώσσα αυτή δεν έχει αμφισημίες ενώ κάθε όρος έχει ξεκάθαρη λογική λειτουργία.  Η απεικονιστική θεωρία του νοήματος αποτελεί τον θεωρητικό πυρήνα του Tractatus.  Σύμφωνα με τον Wittgenstein, η αναπαραστατική λειτουργία της γλώσσας συνίσταται σε ένα δομικό ισομορφισμό μεταξύ γλώσσας και κόσμου. Ο κόσμος αποτελείται από το σύνολο των γεγονότων, όπου ένα γεγονός είναι μία υπαρκτή κατάσταση πραγμάτων.  Από την άλλη, οι ατομικές προτάσεις (εκείνες δηλαδή που δεν υπόκεινται σε περαιτέρω ανάλυση) απεικονίζουν μια κατάσταση πραγμάτων – ένα δυνατό γεγονός.  Τα συστατικά της πρότασης είναι τοποθετημένα σε τέτοια σειρά ώστε να απεικονίζεται η συνύφανση των πραγμάτων στα οποία αναφέρεται.  Εφόσον λοιπόν η κατάσταση πραγμάτων που αναπαριστά η πρόταση είναι υπαρκτή, τότε η κατάσταση πραγμάτων είναι γεγονός και η πρόταση είναι αληθής.

Οι ατομικές προτάσεις συνδυάζονται μεταξύ τους με λογικούς τρόπους με τη βοήθεια συζεύξεων, διαζεύξεων, συνεπαγωγών κλπ.  Κάθε γλωσσική πρόταση είναι ένας συνδυασμός ατομικών προτάσεων.  Η αλήθεια ή το ψεύδος κάθε σύνθετης πρότασης καθορίζεται από την αλήθεια ή το ψεύδος των ατομικών της συστατικών.  Πέρα από οτιδήποτε δεν μπορεί να αναπαρασταθεί στην γλώσσα δεν μπορούμε να μιλήσουμε και πρέπει να σωπαίνουμε.  Εξού και η γνωστή ρήση του Wittgenstein «τα όρια της γλώσσας μου είναι και τα όρια του κόσμου μου».


Ύστερος Wittgenstein


O Wittgenstein στην ύστερη φιλοσοφία του, έρχεται να απορρίψει μια θεμελιακή προκείμενη την πρώιμης φιλοσοφίας του. Όπως αναφέραμε παραπάνω, οι πρώιμες παραδοχές του πραγματεύονταν αφενός τη μοναδική λειτουργία της γλώσσας, η οποία είναι η αναπαράσταση του κόσμου, και αφετέρου την ουσία των προτάσεων που είναι να αναπαριστούν αληθείς ή ψευδείς καταστάσεις πραγμάτων.  Στις Φιλοσοφικές Έρευνες – έργο που είδε το φως της δημοσιότητας μετά τον θάνατό του φιλοσόφου, επικρίνει τον συγγραφέα του Tractatus (δηλαδή τον εαυτό του!).  Το νόημα μιας πρότασης, για τον ύστερο Wittgenstein, διέπεται από μια ποικιλία λειτουργιών, οι οποίες συνδέονται άρρηκτα με διάφορες επικοινωνιακές πρακτικές.

Στις Φιλοσοφικές Έρευνες ο Wittgenstein εξετάζει τη φύση της γλώσσας και του νοήματος με έναν διαφορετικό τρόπο.  Αντί να επιχειρήσει να αναλύσει τη γλώσσα σε ατομικές προτάσεις με αυστηρούς λογικούς κανόνες, όπως έκανε στο Tractatus, εστιάζει στη χρήση της γλώσσας στο πλαίσιο της κοινωνικής και πρακτικής δραστηριότητας.  Ο φιλόσοφος εμπνέεται από τα χαρακτηριστικά των παιγνίων, τα οποία αποτελούν ελεύθερες δημιουργίες του ανθρώπινου νου, είναι αυτόνομα και φανερώνουν κανονικότητα.  Υιοθετεί τον όρο γλωσσικό παίγνιο υποστηρίζοντας ότι η χρήση της γλώσσας εξαρτάται από το πλαίσιο και τον σκοπό της εκάστοτε κατάστασης.  Ως κοινό σημείο μεταξύ παιγνίου και γλώσσας ορίζεται η κανονιστικότητα.  

Για παράδειγμα, στο σκάκι τα ξύλινα πιόνια από μόνα τους δεν έχουν κανένα νόημα.  Η ολότητα των κανόνων του παιχνιδιού καθορίζει τον λογικό χώρο για το πιόνι.  Με την ίδια λογική το νόημα των γλωσσικών εκφράσεων καθορίζεται από τους κανόνες χρήσης τους στο πλαίσιο της γλωσσικής επικοινωνίας.  Η προσέγγιση αυτή της γλώσσας είναι πολύ πιο εμπειρική και εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη γλώσσα στην καθημερινή τους ζωή, αντί να εστιάζει σε μια θεωρητική δομή που υποτίθεται ότι βρίσκεται πίσω από αυτήν.


Συνοψίζοντας, ο λογικός ατομισμός του Russell και η απεικονιστική θεωρία του νοήματος του Wittgenstein αποτελούν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις της αναλυτικής φιλοσοφίας, που όμως εμφανίζονται να έχουν ορισμένες παρόμοιες ιδέες.  Από τη μία, ο λογικός ατομισμός του Russell περιλαμβάνει την ιδέα ότι οι γλωσσικές προτάσεις μπορούν να αναλυθούν σε ατομικά στοιχεία, τα οποία αντιστοιχούν στα ατομικά στοιχεία του κόσμου.  Αυτό σημαίνει ότι οι προτάσεις αναφέρονται σε αντικείμενα και γεγονότα που υπάρχουν ανεξάρτητα από τη γλώσσα, και η αλήθεια ή το ψεύδος τους ορίζεται από την αντιστοιχία τους με τον κόσμο.  Η απεικονιστική θεωρία του Wittgenstein, από την άλλη, εστιάζει στη σχέση μεταξύ γλώσσας και πραγματικότητας.  Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία, οι προτάσεις απεικονίζουν τον κόσμο και αποτελούν αληθείς ή ψευδείς με βάση την αντιστοίχισή τους με την πραγματικότητα.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν, ότι οι δύο αυτές προσεγγίσεις μπορεί να έχουν ορισμένες παρόμοιες έννοιες, όπως η ιδέα ότι οι προτάσεις αντιστοιχούν σε αντικείμενα ή γεγονότα του κόσμου, υπάρχουν ωστόσο σημαντικές διαφορές στην ερμηνεία τους και στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τη σχέση της γλώσσας με τον κόσμο.



Βασική ιδέα και διαφορά πρώιμης και όψιμης φιλοσοφίας του Wittgenstein


Η φιλοσοφία της γλώσσας του Wittgenstein εξελίχθηκε σημαντικά μεταξύ των έργων του: "Tractatus" και "Φιλοσοφικών Έρευνων".  Στην όψιμη φιλοσοφία του Wittgenstein οι ακραίες απαιτήσεις του λογικού ατομισμού περιορίζονται αισθητά, και ξεπροβάλλει μια πιο ολιστική ιδέα περί γλώσσας.  Η κύρια ιδέα που διαφοροποιεί τα δύο αυτά έργα είναι η μετάβαση από μια αναλυτική και λογική προσέγγιση της γλώσσας σε μια εμπειρική γλωσσολογική προσέγγιση.

Όπως αναλύσαμε και νωρίτερα, ο Wittgenstein στο Tractatus, προσπάθησε να αναλύσει τη φύση της γλώσσας με βάση τη λογική δομή της, θεωρώντας ότι η γλώσσα αποκωδικοποιείται σε μια σειρά από ατομικές προτάσεις, οι οποίες αντιστοιχούν σε ατομικά γεγονότα.  Από την άλλη, στις Φιλοσοφικές Έρευνες, μετατοπίζει την προσοχή του από την αναζήτηση μιας σταθερής δομής της γλώσσας, εστιάζοντας πλέον στην ποικιλομορφία των γλωσσικών παιγνίων και των γλωσσικών χρήσεων σε κοινωνικό πλέον πλαίσιο.  Η προσέγγιση αυτή επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο οι λέξεις αποκτούν νόημα μέσα σε συγκεκριμένα κοινωνικά και πολιτισμικά πεδία.

Επομένως, ενώ η βασική ιδέα στο Tractatus ήταν η αντιμετώπιση της γλώσσας ως ένας αντικειμενικός αναπαραστατικός χάρτης της πραγματικότητας, στις Φιλοσοφικές Έρευνες είναι η κατανόηση της γλώσσας, ως ένα πολύπλοκο κοινωνικό φαινόμενο που εξαρτάται από τον τρόπο που χρησιμοποιείται στην πράξη.  Έτσι προκύπτει και η περίφημη ρήση του Wittgenstein που χαρακτηρίζει την ύστερη φιλοσοφία του «το νόημα είναι η χρήση».


Γλωσσικά παίγνια και Μορφές Ζωής: χρησιμότητα στη σύγχρονη κοινωνία


Ο Wittgenstein στην ύστερη φιλοσοφία του, χρησιμοποίησε τους όρους "γλωσσικά παίγνια" και "μορφές ζωής".  Με τους όρους αυτούς επιχείρησε να αναδείξει τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους μπορεί να χρησιμοποιηθεί η γλώσσα μέσα σε διαφορετικά πρακτικά και κοινωνικά πλαίσια.  Το εκάστοτε γλωσσικό παιχνίδι έχει τους δικούς του κανόνες και οι συμμετέχοντες συμφωνούν σε αυτούς κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας τους.  Αυτός ο τρόπος σκέψης του επέτρεψε να αντιμετωπίσει τη γλώσσα ως ένα πολυδιάστατο φαινόμενο, το οποίο επηρεάζεται από τον πολιτισμό, τις πρακτικές και τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων.  Η κάθε μορφή ζωής έχει τους δικούς της κανόνες, αξίες, πρακτικές και πεποιθήσεις, που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι επικοινωνούν, σκέφτονται και δρουν.  Οι μορφές ζωής μπορεί να είναι διαφορετικές μεταξύ διαφορετικών κοινωνιών, πολιτισμών, περιοχών ή ακόμα και εντός της ίδιας κοινωνίας ή ομάδας.

Ο συνδυασμός των γλωσσικών παιγνίων και των μορφών ζωής μας βοηθά να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα και την πολυμορφία τόσο της γλώσσας όσο και της κοινωνίας.  Μας επιτρέπει επίσης να αντιληφθούμε πώς η γλώσσα και η κοινωνία αλληλοεπιδρούν και πώς η γλώσσα αναδεικνύει και αντικατοπτρίζει την κοινωνική και πολιτιστική μας πραγματικότητα.

Οι δυο αυτές έννοιες θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα χρήσιμες για την κατανόηση της τρέχουσας πολυφωνίας στην εγχώρια και τη διεθνή κοινωνικοπολιτική σκηνή με διάφορους τρόπους.  Εφόσον οι μορφές ζωής αντιστοιχούν στις διαφορετικές πολιτιστικές και κοινωνικές πρακτικές που διαμορφώνουν τις κοινότητες και τους πολιτισμούς, με το να τις κατανοήσουμε μπορούμε να αντιληφθούμε καλύτερα τις αξίες, τις πρακτικές και τις πεποιθήσεις που επηρεάζουν τις δράσεις τους.  Επιπλέον, μέσω της ανάλυσης των γλωσσικών παιγνίων θα μπορούσε να αποκαλυφθεί ο τρόπος με τον οποίο αντικατοπτρίζονται οι πολιτικές συγκρούσεις και επιδρούν στην επικοινωνία.  Αυτό ίσως θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο αποτελεσματικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση πολιτικών διενέξεων και εντάσεων.


Εν κατακλείδι, οι έννοιες αυτές του Wittgenstein, θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην κατανόηση και διαχείριση της ποικιλομορφίας και πολυπλοκότητας της εγχώριας και διεθνούς κοινωνικοπολιτικής σκηνής, ενώ θα μπορούσαν συνεισφέρουν στην ανάπτυξη πιο εμπεριστατωμένων προσεγγίσεων για την αντιμετώπιση των σύγχρονων κοινωνικών προβλημάτων.-






ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Αυγελής, Ν., Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, Η εκδ. επαυξημένη, Θεσσαλονίκη: Κ. & Μ. Σταμούλης, 2020.

  2. Βαλλιάνος, Π., Φιλοσοφία στην Ευρώπη: Νεότερα και σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα (19ος-20ος αιώνας). τ. Γ΄, Πάτρα: Εκδόσεις ΕΑΠ, 2008.

  3. Kenny, Anthony & Pears, David, «Από τον Μιλ στον Βιτγκενσταϊν», στο A.Kenny (επιμ.) Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, Αθήνα: Νεφέλη, 2005.

  4. Αναστασίου, Δ., Γλώσσα και Πραγματικότητα στον Wittgenstein (2011), διδακτορική διατριβή.

  5. Μανωλακάκη, Ε., Η θεωρία των οριστικών περιγραφών.

  6. Μανωλακάκη, Ε., Λογικός Ατομισμός: Russell-Wittgenstein.

  7. Σακελλαριάδης, Θ., Η φιλοσοφία της γλώσσας του Ludvig Wittgenstein: μια κριτική προσέγγιση (1999), διδακτορική διατριβή.

  8. Χριστοδουλίδης, Π., Οι έρευνες ως συνέχεια στο Tractatus, τ. 3, Δευκαλίων, 1974.


Η παρούσα εργασία λειτουργεί ως παράδειγμα δομής και ανάλυσης για προπτυχιακούς φοιτητές και δεν προορίζεται για αντιγραφή.

Ελευθερία και αυτονομία στην ηθική φιλοσοφία του Immanuel Kant

A portrait of a person in a blue coat

Description automatically generated

 “Δύο πράγματα γεμίζουν την ψυχή με πάντοτε καινούριο και αυξανόμενο θαυμασμό και σεβασμό, 

όσο συχνότερα και σταθερότερα ασχολείται μαζί τους ο στοχασμός: 

Ο έναστρος ουρανός πάνω μου και ο ηθικός νόμος μέσα μου.”


Immanuel Kant, 1724-1804


ΕΠΟ22 Παράδειγμα Ακαδημαϊκής Εργασίας (Προπτυχιακοί Φοιτητές)


Εισαγωγή


Ο 19ος αιώνας αποτελεί τον πιο σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη της δυτικής φιλοσοφίας.  Το ρεύμα του γερμανικού ιδεαλισμού επηρέασε σημαντικά τόσο τη λογοτεχνία και τις τέχνες όσο και τη φιλοσοφία στην Ευρώπη και πέραν αυτής, αφήνοντας μια βαθιά επίδραση στον δυτικό πολιτισμό.  Θα λέγαμε ότι πρόκειται για το σπουδαιότερο επίτευγμα της φιλοσοφίας, κατά την περίοδο αυτή, καθώς αποτελεί σημείο αναφοράς για όλη την μετέπειτα εξέλιξη της φιλοσοφικής σκέψης μέχρι σήμερα.  Στην εν λόγω εργασία, θα ασχοληθούμε με έναν από τους μεγαλύτερους διανοητές του γερμανικού ιδεαλισμού, τον Immanuel Kant (1724-1804), προσεγγίζοντας τις θέσεις του για την ηθική και την ελευθερία.


Η ορθολογική μεταφυσική στη φιλοσοφία του Kant


Ο Kant θεωρείται ένας από τους πιο επιδραστικούς φιλοσόφους όλων των εποχών, και ένας από τους κεντρικούς φιλοσόφους της δυτικής φιλοσοφικής παράδοσης.  Έχοντας ως κληρονομιά την φιλοσοφία του διαφωτισμού, ο ίδιος ξεκινά την πορεία της σκέψης του για να ξεδιπλώσει μια ανατρεπτική οπτική της φιλοσοφίας, ιδιαίτερα επηρεασμένος από την επιστημονική επανάσταση του Κοπέρνικου που είχε προηγηθεί.  Στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει ορισμένα από τα πιο σημαντικά ερωτήματα της φιλοσοφίας για την φύση της πραγματικότητας και τη δυνατότητα της γνώσης, ξενικά να οριοθετεί την ορθολογική μεταφυσική του, αναλύοντας τις δυνατότητες και τους περιορισμούς της ανθρώπινης νοημοσύνης.  Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η γνώση δεν προκύπτει από την απλή παρατήρηση των φαινομένων, αλλά απαιτείται και εφαρμογή κατηγοριών του νοήματος στην εμπειρία, προκειμένου να αποκτήσουμε νόηση από αυτήν.  Ο φιλόσοφος, χρησιμοποιεί τον όρο φαινόμενα για να αναφερθεί στα αισθητά όντα, δηλαδή σε εκείνα τα αντικείμενα που προσλαμβάνονται μέσω της εμπειρικής εποπτείας (αισθητήρια όργανα), και τον όρο νοούμενα για εκείνα τα αντικείμενα που παριστάνονται όχι όπως φαίνονται αλλά όπως είναι «καθαυτά».

O Kant με τον τρόπο αυτό προτείνει τον απόλυτο διαχωρισμό της αισθητικότητας και της νόησης: μέσω των αισθητηρίων οργάνων προσλαμβάνεται το εμπειρικό περιεχόμενο, ενώ μέσω της νόησης το περιεχόμενο αυτό οργανώνεται, συγκροτείται και τελικά μορφοποιείται σε αντικείμενο γνώσης.  Με απλά λόγια, η ορθολογική μεταφυσική του Kant ασχολείται με την ανάλυση των μεταφυσικών ερωτημάτων με βάση την κριτική σκέψη και τις δομές του νοήματος.  Ταυτόχρονα όμως παραδέχεται την αδυναμία της να διαπεράσει ορισμένα όρια που θέτει η ανθρώπινη νοημοσύνη.


Καντιανή Ηθική


Στη γνωσιολογία του Kant, δεν είναι δυνατή η θεωρητική προσέγγιση που οδηγεί στην επιστημονική γνώση σε περιοχές πέρα από την εμπειρία.  Προτείνει όμως την οδό του ηθικού αναστοχασμού, η οποία δεν μας προσφέρει επιστημονική γνώση ωστόσο μας παρέχει μια πρακτική βεβαιότητα για τα νοούμενα.  Η ηθική πράξη είναι μέρος έλλογης συμπεριφοράς που υπερβαίνει τις ενστικτώδεις και ανακλαστικές κινήσεις που επιβάλλει η φυσική αναγκαιότητα στον άνθρωπο νομοτελειακά, και που για τον Kant αποτελεί μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα.

Η καντιανή ηθική έχει επηρεάσει σημαντικά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την ηθική στη φιλοσοφία και έχει επιδράσει σε πολλούς σύγχρονους φιλοσόφους.  Στόχος του Kant είναι η αναζήτηση της ανώτατης αρχής της ηθικής.  Η αρχή αυτή, προκειμένου να έχει κύρος, θα πρέπει να διέπεται από αναγκαιότητα και να δεσμεύει όλα τα έλλογα όντα.  Ως αφετηρία ορίζεται η καλή βούληση, καθώς για τον Kant είναι το μόνο ανεπιφύλακτα καλό, το ύψιστο αγαθό: «το καλώς βούλεσθαι είναι καλό καθ’ εαυτό».  

Για τον Kant, η ηθική πράξη θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη από κάθε μορφή ωφέλειας.  Εάν το υποκείμενο πράττει έχοντας ωφελιμιστικό σκοπό τότε η πράξη αυτή δεν πληροί τα κριτήρια της ηθικότητας.  Ο ίδιος παραδέχεται την οδύνη του ορθώς πράττειν ως την μεγαλύτερη απόδειξη αρετής.  Όταν κάποιος πράττει σωστά με κάποιο κόστος σημαίνει ότι πράττει με κίνητρο το καθήκον.  Σε αυτό το σημείο αποδεικνύεται και η αξία του χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου, όταν δηλαδή κάποιος πράττει το σωστό από καθήκον και όχι από προδιάθεση.

Στην καντιανή αντίληψη ορίζεται ως αφετηρία το γεγονός ότι όλα τα έλλογα όντα έχουν την ικανότητα να πράττουν και να ενεργούν βάσει ορθολογικών κινήτρων, δηλαδή βάσει κανόνων και αρχών: «Κάθε πράγμα της φύσης λειτουργεί σύμφωνα με νόμους.  Μόνον ένα έλλογο ον έχει την ικανότητα να πράττει σύμφωνα με την παράσταση [έννοια] των νόμων, δηλαδή σύμφωνα με αρχές, με άλλα λόγια έχει θέληση.  Επειδή για την συναγωγή των πράξεων από τους νόμους απαιτείται Λόγος, η θέληση δεν είναι τίποτε άλλο παρά πρακτικός Λόγος».  Ο πρακτικός λόγος είναι ένας όρος που ο Kant χρησιμοποίησε για να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο η λογική εφαρμόζεται στην πράξη, ιδίως στο πεδίο της ηθικής.  Σε αυτό το πεδίο, ο φιλόσοφος εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί κανείς να καθορίσει τη σωστή συμπεριφορά βάσει της λογικής.  Προτείνει λοιπόν μια επικρατούσα αρχή που απαιτεί οι πράξεις μας να μπορούν να γενικευθούν και να εφαρμοστούν ως κανόνες που ισχύουν για όλους. Για παράδειγμα, εάν κάποιος σκέφτεται να πράξει κάτι, πρέπει να σκεφτεί αν θα ήταν αποδεκτό να επιτραπεί σε όλους να πράξουν το ίδιο.  Έτσι, ο πρακτικός λόγος του Kant, αποτελεί μια προσπάθεια να ενσωματώσει την ηθική σκέψη σε ένα σύστημα που θα βασίζεται στη λογική και στην αξιολόγηση της πράξης με βάση την αντιμετώπισή της από την κοινωνία.


α) Πώς κατανοεί ο Kant την ελευθερία σε συνάρτηση με την αυτονομία του ηθικού υποκειμένου και πώς συναρτάται η αυτονομία με την ηθική πράξη ως αυτοσκοπό.


Για τον Kant, η ελευθερία είναι μια έννοια στενά συνδεδεμένη με την αυτονομία του ηθικού υποκειμένου.  Η θέση αυτή αποτελεί έναν από τους κεντρικούς άξονες της ηθικής του φιλοσοφίας.  Η ουσία του ανθρώπινου «εγώ» είναι ότι είναι «πράγμα καθ’εαυτό».  Το άτομο έχει μια ενορατική γνώση του εαυτού του ως αυτόβουλου όντος, δηλαδή ως αυτοκαθοριζόμενο υποκείμενο, φορέας μιας εσωτερικής ελευθερίας και απαλλαγμένο από κάθε εξωτερικό καταναγκασμό.  Επιπλέον, διαθέτει την αγαθή βούληση που, όπως είπαμε, για τον Kant είναι η απόλυτη αξία, η οποία αγγίζει μια ανώτερη μορφή ελευθερίας.  Με αυτόν τον τρόπο προσεγγίζεται ο καθαρός τύπος ηθικότητας, που δεν είναι άλλος από την επιδίωξη του δέοντος ως αυτοσκοπού.  Η ηθικότητα έχει ως ανώτατο αξίωμα την αυτονομία της θέλησης που υποτάσσεται σε έναν νόμο που πηγάζει από την εσωτερική αυτογνωσία της, από τον ίδιο τον εαυτό της.  Εάν η θέληση αναζητά τον νόμο έξω από τον εαυτό της και υποτάσσεται στη φυσική αναγκαιότητα των πραγμάτων τότε συνιστά ετερονομία.

Η αυτονομία του ηθικού υποκειμένου έχει να κάνει με την ικανότητα του ανθρώπου να πράττει σύμφωνα με τη δική του έλλογη κρίση, καθορίζοντας τις δικές του ηθικές αρχές με βάση την καθολική ηθική.  Βασική προϋπόθεση είναι ότι ο κάθε άνθρωπος είναι σε θέση να αναγνωρίσει αυτές τις αρχές και να δράσει ανάλογα με αυτές, χωρίς εξωτερική πίεση ή προσδοκία ανταμοιβής.  H ελευθερία λοιπόν, συνδέεται με την ικανότητα του έλλογου όντος να αυτοδιαμορφώνει τις δικές του ηθικές αρχές, ενώ η αυτονομία συνίσταται στην ικανότητά του να δρα με βάσει αυτές τις αρχές χωρίς εξωτερική επιβολή.

Συνεπώς, η αυτονομία είναι στενά συνδεδεμένη με την ηθική πράξη ως αυτοσκοπό, καθώς ο Kant θεωρεί ότι η ηθική πράξη οφείλει να προέρχεται από την εσωτερική αυτοδιάθεση του ατόμου, αντί να επιβάλλεται από εξωτερικές αρχές ή κίνητρα.  Με άλλα λόγια, η ηθική πράξη πρέπει να απορρέει από την ελευθερία και την αυτονομία του ατόμου να επιλέγει τις πράξεις του βάσει δικών του λογικά καθορισμένων αρχών και κανόνων, αντί να υπάγεται σε εξωτερικές πιέσεις ή κανόνες.


β) Στον Kant ο ηθικός νόμος λαμβάνει κατ’ εξοχήν τη μορφή της κατηγορικής προσταγής. Στο πλαίσιο αυτό, πώς συνδέεται η γνωσιοθεωρητική διάκριση αισθητών και νοητών πραγμάτων με το γεγονός ότι η κατηγορική προσταγή δεν συνιστά μια κατάσταση εξωτερικού καταναγκασμού της βούλησης αλλά έκφραση του ελεύθερου ηθικού υποκειμένου, το οποίο νομοθετεί για τον ίδιο τον εαυτό του;


Για τον Kant, η ηθική πράξη ως αυτοσκοπός σχετίζεται με την έννοια της κατηγορικής υποχρέωσης.  Ο ηθικός νόμος είναι απολύτως υποχρεωτικός και ισχύει ανεξάρτητα από τις επιθυμίες ή τις προθέσεις του ατόμου.  Ο ηθικός νόμος δηλαδή, είναι κατηγορηματικός και ισχύει πάντα και παντού.  Με πιο απλά λόγια θα λέγαμε ότι όταν κάποιος πράττει από καθήκον, σημαίνει ότι πράττει από σεβασμό προς τον ηθικό νόμο, με τη λογική ότι αυτή η αρχή μπορεί να καταστεί ως καθολικός νόμος.  Η ηθική αξία μίας πράξης που γίνεται από καθήκον, έγκειται στον γνώμονα σύμφωνα με τον οποίο αποφασίζεται.  Ως γνώμονας ορίζεται μια υποκειμενική αρχή της θέλησης και βάσει αυτής αποφασίζεται η ηθική πράξη.  Δεδομένου ότι η ηθική πράξη γίνεται από καθήκον, πρέπει να εμπεριέχει μια έννοια σεβασμού προς τον καθολικό ηθικό νόμο.  Η έννοια αυτή, κατά τον Kant, ενυπάρχει σε όλα τα έλλογα όντα και έτσι η αρχή που με αναγκαιότητα διέπει την αγαθή βούληση είναι η ακόλουθη:  «Πράττε έτσι ώστε ο γνώμονας της θέλησής σου να μπορεί πάντοτε να ισχύει συγχρόνως ως αρχή μιας καθολικής νομοθεσία».  

Αυτή είναι κατά τον Kant η κατηγορική προσταγή, η οποία αποτελεί μια απόλυτη και αμετάβλητη ηθική αρχή, που ισχύει ανεξάρτητα από τις περιστάσεις ή τις επιθυμίες.  Αντί λοιπόν να επικεντρωνόμαστε στα αποτελέσματα μιας πράξης, ο Kant προτείνει να επικεντρωθούμε στην ηθική αξία της πράξης και στην αρχή που την καθοδηγεί.  Κατά συνέπεια, η κατηγορική προσταγή υποστηρίζει την ιδέα της ηθικής δράσης που πηγάζει από την αυτονομία του ηθικού υποκειμένου, ανεξάρτητα από τις επιθυμίες ή τα συμφέροντα αυτού.

Στην ηθική του Kant, η διάκριση ανάμεσα σε αισθητά και νοητά πράγματα παίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο.  Όπως αναφέραμε και νωρίτερα, τα αισθητά πράγματα είναι εκείνα που γίνονται αντιληπτά μέσω των αισθήσεων και υπόκεινται στους νόμους του φυσικού κόσμου, ενώ τα νοητά υπερβαίνουν την αίσθηση, και αφορούν τη λογική και την ηθική.  Η κατηγορική προσταγή στο πλαίσιο της καντιανής ηθικής αναφέρεται στην υποχρέωση να ενεργούμε σύμφωνα με καθολικά ισχύουσες ηθικές αρχές, ανεξάρτητα από προσωπικές επιθυμίες ή συμφέροντα.  Συνδέοντας αυτά τα δύο στοιχεία, μπορούμε να πούμε ότι η κατηγορική προσταγή πηγάζει από τον νου του ελεύθερου ηθικού υποκειμένου, άρα αποτελεί έκφραση της ελεύθερης βούλησης του ατόμου.  Έτσι, η κατηγορική προσταγή δεν συνιστά μια κατάσταση εξωτερικού καταναγκασμού της βούλησης αλλά μια έκφραση της ελεύθερης βούλησης του ατόμου, που αποφασίζει από μόνο του τι είναι σωστό ή λάθος βάσει της ηθικής του κρίσης.


γ) Η κατηγορική προσταγή, ως εγγύηση της αυτονομίας του ηθικού υποκειμένου, συνδέει την ατομική ηθική πράξη με ένα αίτημα καθολικότητας, δηλαδή με το αίτημα να μπορεί η κάθε ατομική ηθική πράξη να έχει καθολική ισχύ. Θεωρείτε ότι η συγκεκριμένη θέση του Kant περί αυτόνομης ηθικής πράξης μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας καθολικής ισχύος αντίληψης περί κοινού καλού εντός της σύγχρονης κοινωνίας;


Όπως αναλύσαμε και παραπάνω, στην ηθική θεωρία του Kant, η κατηγορική προσταγή, ως εγγύηση της αυτονομίας του ηθικού υποκειμένου, επιβεβαιώνει τη σύνδεση μεταξύ της ατομικής ηθικής πράξης και του αιτήματος καθολικότητας.  Η κατηγορική προσταγή επιβεβαιώνει την ιδέα της καθολικότητας στην ηθική δράση, καθώς απαιτεί η ηθική πράξη να είναι βασισμένη σε αρχές και κανόνες που θα μπορούσαν να γίνουν καθολικοί νόμοι, ισχύοντες για όλα τα άτομα σε όλες τις καταστάσεις.  Έτσι, η ατομική ηθική πράξη γίνεται μέρος μιας ευρύτερης καθολικής ηθικής διάστασης, που εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τις προσωπικές επιθυμίες του ατόμου.  Συνεπώς, η εκπλήρωση της κατηγορικής προσταγής επιβεβαιώνει την ηθική αυτονομία του ατόμου, καθώς δείχνει ότι το ίδιο το άτομο αναλαμβάνει ελεύθερα την ευθύνη των δράσεών του, ανεξάρτητα από εξωτερικές επιρροές ή συνθήκες.

Η θέση του Kant, περί αυτόνομης ηθικής πράξης και κατηγορικής προσταγής, μπορεί πράγματι να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας καθολικής ισχύος αντίληψης περί κοινού καλού εντός της σύγχρονης κοινωνίας, αλλά υπό ορισμένες προϋποθέσεις.  Κατ’ αρχήν η ιδέα της αυτονομίας του ατόμου στη λήψη ηθικών αποφάσεων είναι ένα σημαντικό ηθικό ιδεώδες που προάγει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ελευθερία. Ωστόσο, μέσα σε μια σύγχρονη κοινωνία που χαρακτηρίζεται από πολυπολιτισμικότητα, η κατηγορική προσταγή θα πρέπει να ερμηνευθεί με τρόπο που να σέβεται τις διαφορετικές ηθικές προοπτικές και πεποιθήσεις καθώς και τις πολιτισμικές πρακτικές.  Επιπλέον, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι οι κοινωνικές συνθήκες εξελίσσονται συνεχώς, άρα και η θεωρία του Kant θα πρέπει αντίστοιχα να προσαρμοστεί στις νέες πραγματικότητες.  Αυτό μπορεί να έχει να κάνει με το πώς η αυτονομία του ηθικού υποκειμένου και η κατηγορική προσταγή θα μπορέσουν να ενσωματωθούν σε ένα πλαίσιο πολυπολιτισμικού διαλόγου και σε κοινωνικές πρακτικές που σέβονται τη διαφορετικότητα και προωθούν το κοινό καλό.  

Εν κατακλείδι, προκειμένου να επιτευχθεί η εφαρμογή αυτών των κοινών αρχών και αξιών, ως βασική προϋπόθεση θα πρέπει να θεωρηθεί η συνεχής διαδικασία κοινωνικού διαλόγου και συνεργασίας.  Με τον τρόπο αυτό θα εξασφαλιστεί η συναίνεση και η συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων μερών στη διαμόρφωση μιας κοινωνίας βασισμένης σε κοινές αρχές και αξίες.  Άρα, η διαμόρφωση μιας καθολικής ισχύος αντίληψης περί κοινού καλού στη σύγχρονη κοινωνία, θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω του ευρύτερου διαλόγου και της συνεργασίας.-



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


  1. Αυγελής, Ν., Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, Η’ εκδ. επαυξημένη, Θεσσαλονίκη: Κ. & Μ. Σταμούλης, 2020.

  2. Kenny, A., (επιμ.), «Από τον Ντεκάρτ στον Καντ» στο A. Kenny (επιμ.) Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, Αθήνα: Νεφέλη, 2005.

  3. Βαλλιάνος, Π., Φιλοσοφία στην Ευρώπη: Νεότερα και σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα (19ος-20ος αιώνας). τ. Γ΄, ΕΑΠ, Πάτρα 2008.

  4. Καντ, Ι., Θεμελίωση της Μεταφυσικής των Ηθών, μετάφραση, σχόλια, επίμετρο Κώστας Ανδρουλιδάκης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Αθήνα 2017.

  5. Ανδρουλιδάκης, Κ., Καντιανή Ηθική. Θεμελιώδη Ζητήματα και Προοπτικές, Σμίλη, Αθήνα 2018.


Η παρούσα εργασία λειτουργεί ως παράδειγμα δομής και ανάλυσης για προπτυχιακούς φοιτητές και δεν προορίζεται για αντιγραφή.

Τρίτη 9 Ιουλίου 2024

ΕΠΟ 22 - Β' ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ: Από το «θαυμάζειν» στην αμφιβολία | Αφετηρίες του φιλοσοφικού στοχασμού από την κλασική στη νεότερη φιλοσοφία

 Θαυμασμός και Αμφιβολία

 

Η αρχαιοελληνική σκέψη εντοπίζει την αφετηρία του φιλοσοφείν στο «θαυμάζειν».  Το ρήμα θαυμάζω στα αρχαία ελληνικά σημαίνει μένω έκθαμβος, εκπλήσσομαι.  Η λέξη περιλαμβάνει την έκπληξη άρα και την αμηχανία, αλλά ταυτόχρονα την περιέργεια και την απορία.  Στην κλασική φιλοσοφία, ιδιαίτερα στα έργα στοχαστών όπως ο Πλάτωνας (μάλα γαρ του φιλοσόφου τούτο το πάθος, το θαυμάζειν, ου γαρ άλλη αρχή φιλοσοφίας ή αύτη) και ο Αριστοτέλης (Δι γρ τ θαυμζειν ο νθρωποι κα νν κα τ πρτον ρξαντο φιλοσοφεν), το «θαυμάζειν» συνδέεται συχνά με μια αίσθηση δέους και περιέργειας για τον κόσμο, και εκεί αποδίδεται η αρχή της φιλοσοφίας.  Όταν κανείς απορεί, συνειδητοποιεί την άγνοιά του.  Κύρια χαρακτηριστικά του φιλοσοφείν θα λέγαμε ότι είναι ο θαυμασμός και η άγνοια.  Η φιλοσοφία λοιπόν εκκινεί με τη συνειδητοποίηση της άγνοιας.  Η άγνοια αυτή είναι η ώθηση προς την αναζήτηση της γνώσης.[1]

 

Η ιδέα της αμφιβολίας μπορεί να θεωρηθεί ως αφετηρία για τη φιλοσοφική έρευνα, και είναι εκείνη η ιδέα που ώθησε τους στοχαστές να αμφισβητήσουν παγιωμένες πεποιθήσεις και να αναζητήσουν μια βαθύτερη κατανόηση του κόσμου.  Η αμφιβολία, ως δεύτερη πηγή του φιλοσοφείν, έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του φιλοσοφικού λόγου.  Η αμφιβολία γεννιέται έπειτα από την κατάκτηση της γνώσης των όντων, η οποία όμως ξεκινά να γίνεται αβέβαιη με τη μία δοξασία να διαδέχεται την επόμενη.[2]

Ο Αυγουστίνος (354-430 μ.Χ.) αναφέρεται στην αμφιβολία ως αρχή της φιλοσοφίας, διότι είναι εκείνη που μας οδηγεί στην πρώτη βεβαιότητα της αυτοσυνειδησίας.  «Ποιος θα μπορούσε ωστόσο να αμφιβάλει ότι ζει, θυμάται, επιθυμεί, σκέπτεται, γνωρίζει και κρίνει; Κι όταν κανείς αμφιβάλλει ζει· όταν αμφιβάλλει, θυμάται για ποιο πράγμα αμφιβάλλει· όταν αμφιβάλλει, γνωρίζει ότι αμφιβάλλει· όταν αμφιβάλλει θέλει να είναι βέβαιος· όταν αμφιβάλλει, σκέπτεται· όταν αμφιβάλλει, κρίνει ότι δεν πρέπει να δώσει απερίσκεπτα τη συγκατάθεσή του».[3]

Πολλά χρόνια αργότερα ο Καρτέσιος (1596-1650) εμπνευσμένος από τη σκεπτικιστική παράδοση, χρησιμοποιεί την αμφιβολία ως μέθοδο προκειμένου να ξεπεράσει την αβεβαιότητα και να καταλήξει στην απόλυτη βεβαιότητα.  Στη φιλοσοφική του προσέγγιση, υιοθετεί την μεθοδική αμφιβολία αμφισβητώντας συστηματικά όλες τις πεποιθήσεις που μπορούν να αμφισβητηθούν με σκοπό να καταλήξει στην βέβαιη και αναμφισβήτητη γνώση.[4]

 

Από τον θαυμασμό στην βεβαιότητα

 

Συνοψίζοντας, ενώ το «θαυμάζειν» στην κλασική φιλοσοφία συχνά προκαλεί τη φιλοσοφική έρευνα, η αμφιβολία του Καρτέσιου είναι μια συστηματική και μεθοδική προσέγγιση για τη δημιουργία θεμελίων βεβαιότητας.  Αμφότερες οι έννοιες μοιράζονται μια αναγνώριση των περιορισμών της ανθρώπινης γνώσης, αλλά διαφέρουν ως προς τις μεθόδους και τα αποτελέσματά τους.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Αναζητώντας ένα νέο θεμέλιο γνώσης

 

Ο Καρτέσιος, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σημαντικότερους στοχαστές της σύγχρονης εποχής, αφού με τον επιστημονικό και φιλοσοφικό προβληματισμό του φώτισε έναν νέο δρόμο, αυτόν της νεωτερικότητας.  Επιπλέον, χαρακτηρίζεται ως Πατέρας της νεότερης φιλοσοφίας, καθώς αντικατέστησε την αναμφίβολη πίστη της μεσαιωνικής φιλοσοφίας με την μεθοδική αμφιβολία.[5]

Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του στο κολλέγιο “La Fleche”, ο Καρτέσιος νιώθει ιδιαίτερα προβληματισμένος και απογοητευμένος, και αυτό καταγράφεται στον Λόγο περί της Μεθόδου ως εξής: «βρισκόμουν μπερδεμένος με τόσες αμφιβολίες και τόσες πλάνες που μου φαινόταν πως, προσπαθώντας να μορφωθώ, δεν είχα κερδίσει τίποτε άλλο εκτός που είχα ανακαλύψει ολοένα και περισσότερο την αμάθειά μου».  Επιπλέον, η απογοήτευσή του στρέφεται ακόμα και στην ίδια τη φιλοσοφία, αφού «ενώ καλλιεργήθηκε από τα εξοχότερα πνεύματα αιώνες τώρα» αδυνατεί να βρει και σε εκείνη κάτι που να μπορεί να χαρακτηριστεί αναμφίβολο.[6]

Αποφασίζει λοιπόν, να ξαναχτίσει από την αρχή το οικοδόμημα της γνώσης βάζοντας γερά θεμέλια.  Θεωρεί απαραίτητο να αποβάλλει όλες τις αντιλήψεις που είχαν εντυπωθεί στον νου του «δίχως ποτέ να εξετάσει αν ήταν αληθείς».  Αναγνωρίζοντας την αλήθεια ως «βέβαιο θεμέλιο της γνώσης», θα προσπαθήσει να απαλλάξει το πνεύμα από κάθε παραπλανητική και λανθασμένη άποψη.[7]  Χρησιμοποιώντας ως εργαλείο της μεθοδολογίας του την αμφιβολία θέτει «εν αμφιβόλω όλα όσα μπορούν να τεθούν εν αμφιβόλω»[8].

Η αμφιβολία διαθέτει χαρακτήρα μεθοδολογικό διότι διεξάγει τον έλεγχο για την εγκυρότητα της γνώσης.  Τα κριτήρια σαφήνειας και ευκρίνειας αποτελούν τον πρώτο γνωσιοθεωρητικό κανόνα στην αναζήτηση της βέβαιης γνώσης.  Όπως υποστηρίζει ο ίδιος, κάποιος μπορεί να είναι απόλυτα βέβαιος μόνο για οτιδήποτε συλλαμβάνει με σαφήνεια και ευκρίνεια.  Ως σαφής, ορίζεται εκείνη η ιδέα που δεν μπορεί να μπερδευτεί με κάποια άλλη, ενώ ευκρινής είναι η ιδέα, της οποίας αντιλαμβανόμαστε όλα της τα γνωρίσματα με διαύγεια.[9]


Η καρτεσιανή μεθοδολογία

 

Στην καρτεσιανή φιλοσοφία διακρίνουμε τέσσερα επίπεδα μεθοδική αμφιβολίας:

 

1.     Αναξιοπιστία των αισθήσεων

 

Ο Καρτέσιος εκκινεί τη φιλοσοφική του αναζήτηση από όλες τις γνώσεις εκείνες που προέρχονται από τις αισθήσεις.  Ο ίδιος αμφισβητεί την αξιοπιστία των αισθήσεων καθώς θεωρεί ότι μπορούν να μας εξαπατούν. Επί παραδείγματι, το μέγεθος ενός αντικειμένου που παρατηρούμε από απόσταση δεν έχει καμία σχέση με το πραγματικό του μέγεθος.  Επιπλέον, αναφέρεται στο κλασικό επιχείρημα των αρχαίων σκεπτικών φιλοσόφων, κατά της αξιοπιστίας των αισθήσεων, φέρνοντας το παράδειγμα των πύργων, τους οποίους αν τους παρατηρήσει κανείς από απόσταση δείχνουν να είναι στρογγυλοί, πλησιάζοντας όμως αντιλαμβάνεται ότι είναι τετράγωνοι.  Καταλήγει λοιπόν στο συμπέρασμα ότι εφόσον οι αισθήσεις μας είναι ικανές να μας εξαπατήσουν έστω και μία φορά, φρόνιμο είναι να μην τις εμπιστευόμαστε και να κρίνουμε ως εσφαλμένο οτιδήποτε απορρέει από αυτές.[10]

 

2.     Αναξιοπιστία της ύπαρξης του εξωτερικού κόσμου

 

Συνεχίζοντας τους στοχασμούς του ο Καρτέσιος σκέφτεται ότι ενώ οι αισθήσεις μας εξαπατούν σε σχέση με τις ιδιότητες των αντικειμένων, υπάρχουν τόσα άλλα για τα οποία είναι εξωφρενικό να αμφιβάλλει κανείς, «ότι είμαι τώρα εδώ, ότι κάθομαι κοντά στη φωτιά, ότι είμαι ντυμένος με χειμερινό χιτώνιο, ότι κρατώ στα χέρια μου τούτο το χαρτί, κ.τ.ό.  Πως θα μπορούσα άραγε να αρνηθώ ότι τούτα τα χέρια, και όλο τούτο το σώμα, είναι δικά μου;  Εκτός ίσως αν συγκρίνω τον εαυτό μου με εκείνους τους μανιακούς των οποίων το μυαλό είναι θολωμένο από τόσες αναθυμιάσεις μελανής χολής ώστε διατείνονται επίμονα ότι είναι βασιλείς ενώ είναι πάμφτωχοι, ότι φορούν πορφύρα ενώ είναι ολόγυμνοι, ότι έχουν πήλινο κεφάλι, ότι είναι κολοκύθες, ή ότι είναι φτειαγμένοι από γυαλί.  Αλλά εκείνοι είναι άφρονες, και δεν θα φαινόμουν λιγότερο παράφρων αν ακολουθούσα το παράδειγμά τους.]»[11]

Στο παραπάνω απόσπασμα φαίνεται καθαρά ότι ο Καρτέσιος, αποκλείει την τρέλα εξορίζοντας το παράλογο, και έναντι του ισχυρισμού της ύπαρξης του εξωτερικού κόσμου προτείνει, το επιχείρημα του ονείρου «Πόσο συχνά δεν πείθομαι κατά τη νυχτερινή κατάκλιση ότι είμαι τάχα εδώ, ντυμένος με χιτώνιο και καθισμένος κοντά στη φωτιά, ενώ βρίσκομαι άντυτος στο κρεβάτι;».[12]  

Βάσει των παραπάνω, ο φιλόσοφος φτάνει στο συμπέρασμα ότι ο κόσμος ίσως να είναι εντελώς διαφορετικός από εκείνον που μας παρουσιάζουν οι αισθήσεις μας.  Άρα, είναι αδύνατο να γνωρίζουμε οτιδήποτε για τον εξωτερικό κόσμο, μέσω της αισθητηριακής εμπειρίας, εφόσον δεν μπορούμε να διακρίνουμε την κατάσταση του ονείρου σε σχέση με την πραγματικότητα της εγρήγορσης.[13]

 

3.     Αναξιοπιστία των συλλογισμών μας

 

Ο Καρτέσιος στρέφει την αμφιβολία του  ακόμα και κατά της νοητικής πράξης του συλλογισμού.  Όπως υποστηρίζει, ορισμένες φορές οι άνθρωποι φτάνουν στον παραλογισμό ακόμα και για τα πιο απλά θέματα γεωμετρίας, και θεωρώντας ότι ακόμα και ο ίδιος του ο εαυτός δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση, οι συλλογισμοί αποφαίνονται αναξιόπιστοι.[14]

 

4.     Ριζική αμφιβολία

 

Ο φιλόσοφος δεν διστάζει να στρέψει την μεθοδική αμφιβολία του ακόμα και στις απλές πράξεις «2+3=5» και θεωρίες «το τετράγωνο έχει τέσσερις πλευρές».  Σαν επιχείρημα εδώ εισάγει την ιδέα ενός πανούργου θεού (deus malignus): «Θα υποθέσω λοιπόν ότι δεν υπάρχει ένας άριστος Θεός, πηγή της αλήθειας, αλλά κάποιος κακόβουλος δαίμονας, παντοδύναμος και παμπόνηρος, που χρησιμοποιεί όλη την πανουργία του για να με ξεγελά».[15]  H κακόβουλη αυτή ιδιοφυΐα είναι δυνατόν να μας εξαπατά τόσο για την ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου όσο και για τις απλές μαθηματικές πράξεις.  Έτσι, με αυτόν τον τρόπο αμφισβητείται ακόμα και η σύλληψη των απλών μαθηματικών σχέσεων και ταυτόχρονα αίρεται το κριτήριο της σαφήνειας και ευκρίνειας. [16] 

Την ακραία αυτή αμφιβολία, χρησιμοποιεί ο φιλόσοφος, όχι επειδή πιστεύει στην ύπαρξη του πανούργου θεού, αλλά σαν εργαλείο ριζοσπαστικού σκεπτικισμού για να μπορέσει να αμφισβητήσει τη βεβαιότητα κάθε γνώσης που προέρχεται από τις αισθήσεις.  Συνεπώς, καθώς καθίσταται αδύνατο να δοθεί ένα έσχατο κριτήριο αλήθειας, εξαιτίας του περιορισμού μας στο υποκείμενο, δεν μπορεί να υπάρξει βέβαιη γνώση προτού γνωρίσουμε τον αληθινό Θεό[17] «θα παραμείνω επίμονα προσηλωμένος σε τούτο τον στοχασμό, και, αν μεν δεν είναι στην εξουσία μου να γνωρίσω κάτι αληθές, τουλάχιστον θα φροντίσω σθεναρά αυτό που εξαρτάται από μένα: να μη συγκατατίθεμαι σε ψεύδη, έτσι ώστε, όσο δυνατός και πονηρός και αν είναι απατεώνας εκείνος, να μην μπορεί να μου επιβάλει το παραμικρό».[18]

 

Η πρώτη βεβαιότητα: Cogito, ergo sum

 

«Ενώ εγώ ήθελα να σκεφτώ πως όλα ήταν ψεύτικα, πρόσεξα όμως αμέσως κατόπιν ότι έπρεπε αναγκαστικά εγώ που το σκεπτόμουν να είμαι κάτι.  Και παρατηρώντας πως αυτή η αλήθεια: σκέπτομαι, άρα υπάρχω (cogito, ergo sum) ήταν τόσο γερή και τόσο σίγουρη, ώστε όλες μαζί οι εξωφρενικές υποθέσεις των σκεπτικών φιλοσόφων δεν ήταν ικανές να την κλονίσουν, έκρινα πως μπορούσα να την παραδεχτώ σαν την πρώτη αρχή της φιλοσοφίας που αναζητούσα», Descartes, Discours de la methode III.[19]

 

Η ριζική αμφιβολία είναι εντέλει εκείνη που οδήγησε τον Καρτέσιο στην πρώτη βεβαιότητα: «Cogito, ergo sum:Σκέπτομαι, άρα υπάρχω”».  Αυτό είναι η περίτρανη απόδειξη της ύπαρξής του.  Διότι, όσο κι αν τον παραπλανά ο κακόβουλος δαίμονας ένα πράγμα είναι μόνο σίγουρο: δεν θα μπορέσει ποτέ να τον παραπλανήσει «τόσο ώστε να σκέφτεται ότι υπάρχει, ενώ δεν υπάρχει»[20].  Εάν κάποιος υποθέσει ότι δεν υπάρχει εξωτερικός κόσμος και ότι και αυτός ο ίδιος δεν έχει καν σώμα, ένα είναι σίγουρο: ότι αυτός που το υποθέτει αυτό, υπάρχει.  Η αμφιβολία είναι νοητικό ενέργημα και είναι αυτό που ονομάζει ο Καρτέσιος cogitare : αμφιβάλλω, άρα υπάρχω, dubito ergo sum (= cogito ergo sum).[21]  Από τη στιγμή που μέσω της αμφιβολίας έγιναν όλα βέβαια, δεν υπάρχει το παραμικρό που να μπορεί πια να αμφισβητηθεί.  Η αμφιβολία τώρα, μη έχοντας αντικείμενο, στρέφεται προς τον εαυτό της, για να καταλήξει η ίδια αντικείμενό της.  Γρήγορα όμως αντιλαμβανόμαστε, πως αυτό δεν μπορεί να είναι ορθό: ότι αμφιβάλλω, αυτό είναι βέβαια (αμφιβάλλω ότι αμφιβάλλω;).[22]

Η βεβαιότητα της αυτοσυνειδησίας είναι το βαθύτερο νόημα της καρτεσιανής σκέψης.  Για το μοναδικό πράγμα για το οποίο δεν μπορεί κάποιος να αμφιβάλλει, είναι ότι αμφιβάλλει.  Η ταυτότητα αυτής της συνείδησης, ορίζεται και ως «το αρχιμήδειο σημείο του Καρτέσιου: Η βεβαιότητα για το Είναι της συνείδησης αποτελεί την ενιαία και θεμελιακή αλήθεια που κατακτά ο Descartes με την αναλυτική μέθοδο».[23]

Εγώ σκέπτομαι «Ego cogito», και όσο σκέπτομαι υπάρχω «Cogito, ergo sum».  Δεν μπορώ να αμφισβητήσω ότι σκέπτομαι.  Συνεπώς, το «ergo sum»  συνιστά την πρώτη ενορατική βεβαιότητα, το θεμέλιο της γνώσης.  Βάσει αυτού αποδεχόμαστε ως αληθινό κάθε τι που συλλαμβάνουμε με την ίδια σαφήνεια και ευκρίνεια που αντιλαμβανόμαστε και την φράση «cogito, ergo sum».  Άρα, οτιδήποτε είναι τόσο ευκρινές και σαφές όσο και η δική μου ύπαρξη πρέπει να είναι αληθινό.[24]

 

Ο πανάγαθος Θεός και η βεβαιότητα της σκέψης

 

Ο φιλόσοφος αφήνοντας τώρα πίσω την αμφιβολία, στρέφει το βλέμμα στα υλικά πράγματα προσπαθώντας να αποδείξει τη βεβαιότητά τους.  Ξεκινά διερευνώντας τις ιδέες αυτών, ξεχωρίζοντας ποιες από αυτές είναι «διακριτές και ποιες συγκεχυμένες»[25], για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπάρχει μία πληθώρα αντικειμένων (σχήματα, έκταση, κίνηση), τα οποία  είναι βέβαιος ότι τα γνωρίζει ακόμα και αν αυτά δεν έχουν πλαστεί από τον ίδιο και δεν υπάρχουν πουθενά έξω από τον νου του «φαντάζομαι ένα τρίγωνο: ακόμα ίσως και αν δεν υπάρχει, ούτε υπήρξε ποτέ, πουθενά έξω από τη σκέψη μου τέτοιο σχήμα, ωστόσο υπάρχει σίγουρα μια καθορισμένη φύση, ουσία ή μορφή του, αμετάβλητη και αιώνια, η οποία δεν πλάστηκε από μένα, ούτε εξαρτάται από το πνεύμα μου»[26].  Επιπλέον, σαφώς γνώριμες του είναι και οι ιδιότητες του τριγώνου αυτού «οι τρείς γωνίες του ισούνται με δύο ορθές, ότι η μεγαλύτερη γωνία βρίσκεται απέναντι στη μεγαλύτερη πλευρά»[27].  Το βασικό καρτεσιανό φιλοσοφικό αξίωμα εδώ αναφέρει ότι «ό,τι γνωρίζω σαφώς και διακριτώς, είναι αληθές, και ό,τι είναι αληθές, είναι κάτι, εννοείται: κάτι πραγματικό»[28].

Πάνω σε αυτό το φιλοσοφικό αξίωμα ο Καρτέσιος αναπτύσσει την θεώρησή του για την ύπαρξη του Θεού και τη βεβαιότητα της γνώσης.  Η ιδέα του Θεού είναι μια αναπαράσταση μιας τέλειας ουσίας, ενός πανάγαθου όντος και λόγω αυτής της τελειότητας είναι αδύνατο να μας εξαπατά[29].  Η τελειότητα απαιτεί την ύπαρξη, καθώς μια τέλεια ουσία δεν θα μπορούσε να είναι τέλεια εάν απουσίαζε η ύπαρξη.  Όπως το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου ανήκει στην ιδέα του τριγώνου έτσι και η ύπαρξη ανήκει στην ιδέα του Θεού.

 

Συνοψίζοντας, ο Καρτέσιος, δεν εξετάζει τον Θεό απλώς ως μια ιδέα που υπάρχει στον νου του.  Αντίθετα, υποστηρίζει ότι ο Θεός υπάρχει πραγματικά και ανεξάρτητα από τον ανθρώπινο νου.  Η ύπαρξη του Θεού συνδέεται με την αναπαράστασή του από τον νου ως τέλειας ουσίας.  Αυτός ο πανάγαθος Θεός, εγγυάται όχι μόνο την ύπαρξη του εαυτού του, αλλά και την αξιοπιστία των σαφών και διακριτών ιδεών.  Άρα, συμπεραίνουμε ότι εκτός από πανάγαθος είναι και εγγυητής της αλήθειας.  Ένας τέτοιος Θεός είναι βέβαιο ότι δεν επιθυμεί να παραπλανήσει τον ανθρώπινο νου, επομένως, όταν κάποιος έχει μια σαφή και διακριτή ιδέα, αυτή θα πρέπει απαραίτητα να είναι αληθής.  Με βάση αυτήν τη θεϊκή εγγύηση, ο φιλόσοφος είναι ικανός να αξιολογήσει την πραγματικότητα και να ανακαλύψει αλήθειες που μπορούν να θεωρηθούν βέβαιες.-


 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


1.      Αυγελής, Ν., «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία», Η εκδ. επαυξημένη, Θεσσαλονίκη: Κ. & Μ. Σταμούλης, 2020.

2.      Kenny, A., (επιμ.),«Από τον Ντεκάρτ στον Καντ» στο A.Kenny (επιμ.) Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, Αθήνα: Νεφέλη, 2005.

3.      Descartes, R., «Στοχασμοί περί της πρώτης φιλοσοφίας», μτφρ Β. Βανταράκης, Αθήνα: Εκκρεμές, 2003.



[1] Αυγελής, Ν., «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία», Η εκδ. επαυξημένη, Θεσσαλονίκη: Κ. & Μ. Σταμούλης, 2020, σ. 66-67.

[2] Αυγελής, Ν., ο.π., σ. 67.

[3] Αυγελής, Ν., ο.π., σ. 67.

[4] Kenny, A., (επιμ.),«Από τον Ντεκάρτ στον Καντ» στο A.Kenny (επιμ.) Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, Αθήνα: Νεφέλη, 2005, σ. 165.

[5] Αυγελής, Ν., ο.π., σ. 309.

[6] Αυγελής, Ν., ο.π., σ. 310.

[7] Αυγελής, Ν., ο.π., σ. 310-311.

[8] Kenny, A., ο.π., σ. 165.

[9] Αυγελής, Ν., ο.π., σ. 315.

[10] Αυγελής, Ν., ο.π., σ. 315-316.

[11] Descartes, R., «Στοχασμοί περί της πρώτης φιλοσοφίας», μτφρ Β. Βανταράκης, Αθήνα: Εκκρεμές, 2003, σ. 61.

[12] Descartes, R., ο.π. σ.62.

[13] Αυγελής, Ν., ο.π., σ. 317.

[14] Αυγελής, Ν., ο.π., σ. 317.

[15] Descartes, R., ο.π. σ.68.

[16] Αυγελής, Ν., ο.π., σ. 317.

[17] Αυγελής, Ν., ο.π., σ. 318.

[18] Descartes, R., ο.π. σ.69.

[19] Αυγελής, Ν., ο.π., σ. 318.

[20] Kenny, A., ο.π., σ. 167.

[21] Αυγελής, Ν., ο.π., σ. 319.

[22] Αυγελής, Ν., ο.π., σ. 319.

[23] Αυγελής, Ν., ο.π., σ. 319.

[24] Αυγελής, Ν., ο.π., σ. 319.

[25] Descartes, R., ο.π. σ. 145.

[26] Descartes, R., ο.π. σ. 146.

[27] Descartes, R., ο.π. σ. 146.

[28] Descartes, R., ο.π. σ. 147, Υποσημείωση 6.

[29] Αυγελής, Ν., ο.π., σ. 322.

Πώς γράφουμε παραπομπές και βιβλιογραφία σε ακαδημαϊκή εργασία

  Η σωστή χρήση παραπομπών και βιβλιογραφικών αναφορών αποτελεί βασικό στοιχείο κάθε ακαδημαϊκής εργασίας. Οι παραπομπές δεν χρησιμοποιούντ...