“Δύο πράγματα γεμίζουν την ψυχή με πάντοτε καινούριο και αυξανόμενο θαυμασμό και σεβασμό,
όσο συχνότερα και σταθερότερα ασχολείται μαζί τους ο στοχασμός:
Ο έναστρος ουρανός πάνω μου και ο ηθικός νόμος μέσα μου.”
Immanuel Kant, 1724-1804
ΕΠΟ22 Παράδειγμα Ακαδημαϊκής Εργασίας (Προπτυχιακοί Φοιτητές)
Εισαγωγή
Ο 19ος αιώνας αποτελεί τον πιο σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη της δυτικής φιλοσοφίας. Το ρεύμα του γερμανικού ιδεαλισμού επηρέασε σημαντικά τόσο τη λογοτεχνία και τις τέχνες όσο και τη φιλοσοφία στην Ευρώπη και πέραν αυτής, αφήνοντας μια βαθιά επίδραση στον δυτικό πολιτισμό. Θα λέγαμε ότι πρόκειται για το σπουδαιότερο επίτευγμα της φιλοσοφίας, κατά την περίοδο αυτή, καθώς αποτελεί σημείο αναφοράς για όλη την μετέπειτα εξέλιξη της φιλοσοφικής σκέψης μέχρι σήμερα. Στην εν λόγω εργασία, θα ασχοληθούμε με έναν από τους μεγαλύτερους διανοητές του γερμανικού ιδεαλισμού, τον Immanuel Kant (1724-1804), προσεγγίζοντας τις θέσεις του για την ηθική και την ελευθερία.
Η ορθολογική μεταφυσική στη φιλοσοφία του Kant
Ο Kant θεωρείται ένας από τους πιο επιδραστικούς φιλοσόφους όλων των εποχών, και ένας από τους κεντρικούς φιλοσόφους της δυτικής φιλοσοφικής παράδοσης. Έχοντας ως κληρονομιά την φιλοσοφία του διαφωτισμού, ο ίδιος ξεκινά την πορεία της σκέψης του για να ξεδιπλώσει μια ανατρεπτική οπτική της φιλοσοφίας, ιδιαίτερα επηρεασμένος από την επιστημονική επανάσταση του Κοπέρνικου που είχε προηγηθεί. Στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει ορισμένα από τα πιο σημαντικά ερωτήματα της φιλοσοφίας για την φύση της πραγματικότητας και τη δυνατότητα της γνώσης, ξενικά να οριοθετεί την ορθολογική μεταφυσική του, αναλύοντας τις δυνατότητες και τους περιορισμούς της ανθρώπινης νοημοσύνης. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η γνώση δεν προκύπτει από την απλή παρατήρηση των φαινομένων, αλλά απαιτείται και εφαρμογή κατηγοριών του νοήματος στην εμπειρία, προκειμένου να αποκτήσουμε νόηση από αυτήν. Ο φιλόσοφος, χρησιμοποιεί τον όρο φαινόμενα για να αναφερθεί στα αισθητά όντα, δηλαδή σε εκείνα τα αντικείμενα που προσλαμβάνονται μέσω της εμπειρικής εποπτείας (αισθητήρια όργανα), και τον όρο νοούμενα για εκείνα τα αντικείμενα που παριστάνονται όχι όπως φαίνονται αλλά όπως είναι «καθαυτά».
O Kant με τον τρόπο αυτό προτείνει τον απόλυτο διαχωρισμό της αισθητικότητας και της νόησης: μέσω των αισθητηρίων οργάνων προσλαμβάνεται το εμπειρικό περιεχόμενο, ενώ μέσω της νόησης το περιεχόμενο αυτό οργανώνεται, συγκροτείται και τελικά μορφοποιείται σε αντικείμενο γνώσης. Με απλά λόγια, η ορθολογική μεταφυσική του Kant ασχολείται με την ανάλυση των μεταφυσικών ερωτημάτων με βάση την κριτική σκέψη και τις δομές του νοήματος. Ταυτόχρονα όμως παραδέχεται την αδυναμία της να διαπεράσει ορισμένα όρια που θέτει η ανθρώπινη νοημοσύνη.
Καντιανή Ηθική
Στη γνωσιολογία του Kant, δεν είναι δυνατή η θεωρητική προσέγγιση που οδηγεί στην επιστημονική γνώση σε περιοχές πέρα από την εμπειρία. Προτείνει όμως την οδό του ηθικού αναστοχασμού, η οποία δεν μας προσφέρει επιστημονική γνώση ωστόσο μας παρέχει μια πρακτική βεβαιότητα για τα νοούμενα. Η ηθική πράξη είναι μέρος έλλογης συμπεριφοράς που υπερβαίνει τις ενστικτώδεις και ανακλαστικές κινήσεις που επιβάλλει η φυσική αναγκαιότητα στον άνθρωπο νομοτελειακά, και που για τον Kant αποτελεί μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα.
Η καντιανή ηθική έχει επηρεάσει σημαντικά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την ηθική στη φιλοσοφία και έχει επιδράσει σε πολλούς σύγχρονους φιλοσόφους. Στόχος του Kant είναι η αναζήτηση της ανώτατης αρχής της ηθικής. Η αρχή αυτή, προκειμένου να έχει κύρος, θα πρέπει να διέπεται από αναγκαιότητα και να δεσμεύει όλα τα έλλογα όντα. Ως αφετηρία ορίζεται η καλή βούληση, καθώς για τον Kant είναι το μόνο ανεπιφύλακτα καλό, το ύψιστο αγαθό: «το καλώς βούλεσθαι είναι καλό καθ’ εαυτό».
Για τον Kant, η ηθική πράξη θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη από κάθε μορφή ωφέλειας. Εάν το υποκείμενο πράττει έχοντας ωφελιμιστικό σκοπό τότε η πράξη αυτή δεν πληροί τα κριτήρια της ηθικότητας. Ο ίδιος παραδέχεται την οδύνη του ορθώς πράττειν ως την μεγαλύτερη απόδειξη αρετής. Όταν κάποιος πράττει σωστά με κάποιο κόστος σημαίνει ότι πράττει με κίνητρο το καθήκον. Σε αυτό το σημείο αποδεικνύεται και η αξία του χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου, όταν δηλαδή κάποιος πράττει το σωστό από καθήκον και όχι από προδιάθεση.
Στην καντιανή αντίληψη ορίζεται ως αφετηρία το γεγονός ότι όλα τα έλλογα όντα έχουν την ικανότητα να πράττουν και να ενεργούν βάσει ορθολογικών κινήτρων, δηλαδή βάσει κανόνων και αρχών: «Κάθε πράγμα της φύσης λειτουργεί σύμφωνα με νόμους. Μόνον ένα έλλογο ον έχει την ικανότητα να πράττει σύμφωνα με την παράσταση [έννοια] των νόμων, δηλαδή σύμφωνα με αρχές, με άλλα λόγια έχει θέληση. Επειδή για την συναγωγή των πράξεων από τους νόμους απαιτείται Λόγος, η θέληση δεν είναι τίποτε άλλο παρά πρακτικός Λόγος». Ο πρακτικός λόγος είναι ένας όρος που ο Kant χρησιμοποίησε για να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο η λογική εφαρμόζεται στην πράξη, ιδίως στο πεδίο της ηθικής. Σε αυτό το πεδίο, ο φιλόσοφος εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί κανείς να καθορίσει τη σωστή συμπεριφορά βάσει της λογικής. Προτείνει λοιπόν μια επικρατούσα αρχή που απαιτεί οι πράξεις μας να μπορούν να γενικευθούν και να εφαρμοστούν ως κανόνες που ισχύουν για όλους. Για παράδειγμα, εάν κάποιος σκέφτεται να πράξει κάτι, πρέπει να σκεφτεί αν θα ήταν αποδεκτό να επιτραπεί σε όλους να πράξουν το ίδιο. Έτσι, ο πρακτικός λόγος του Kant, αποτελεί μια προσπάθεια να ενσωματώσει την ηθική σκέψη σε ένα σύστημα που θα βασίζεται στη λογική και στην αξιολόγηση της πράξης με βάση την αντιμετώπισή της από την κοινωνία.
α) Πώς κατανοεί ο Kant την ελευθερία σε συνάρτηση με την αυτονομία του ηθικού υποκειμένου και πώς συναρτάται η αυτονομία με την ηθική πράξη ως αυτοσκοπό.
Για τον Kant, η ελευθερία είναι μια έννοια στενά συνδεδεμένη με την αυτονομία του ηθικού υποκειμένου. Η θέση αυτή αποτελεί έναν από τους κεντρικούς άξονες της ηθικής του φιλοσοφίας. Η ουσία του ανθρώπινου «εγώ» είναι ότι είναι «πράγμα καθ’εαυτό». Το άτομο έχει μια ενορατική γνώση του εαυτού του ως αυτόβουλου όντος, δηλαδή ως αυτοκαθοριζόμενο υποκείμενο, φορέας μιας εσωτερικής ελευθερίας και απαλλαγμένο από κάθε εξωτερικό καταναγκασμό. Επιπλέον, διαθέτει την αγαθή βούληση που, όπως είπαμε, για τον Kant είναι η απόλυτη αξία, η οποία αγγίζει μια ανώτερη μορφή ελευθερίας. Με αυτόν τον τρόπο προσεγγίζεται ο καθαρός τύπος ηθικότητας, που δεν είναι άλλος από την επιδίωξη του δέοντος ως αυτοσκοπού. Η ηθικότητα έχει ως ανώτατο αξίωμα την αυτονομία της θέλησης που υποτάσσεται σε έναν νόμο που πηγάζει από την εσωτερική αυτογνωσία της, από τον ίδιο τον εαυτό της. Εάν η θέληση αναζητά τον νόμο έξω από τον εαυτό της και υποτάσσεται στη φυσική αναγκαιότητα των πραγμάτων τότε συνιστά ετερονομία.
Η αυτονομία του ηθικού υποκειμένου έχει να κάνει με την ικανότητα του ανθρώπου να πράττει σύμφωνα με τη δική του έλλογη κρίση, καθορίζοντας τις δικές του ηθικές αρχές με βάση την καθολική ηθική. Βασική προϋπόθεση είναι ότι ο κάθε άνθρωπος είναι σε θέση να αναγνωρίσει αυτές τις αρχές και να δράσει ανάλογα με αυτές, χωρίς εξωτερική πίεση ή προσδοκία ανταμοιβής. H ελευθερία λοιπόν, συνδέεται με την ικανότητα του έλλογου όντος να αυτοδιαμορφώνει τις δικές του ηθικές αρχές, ενώ η αυτονομία συνίσταται στην ικανότητά του να δρα με βάσει αυτές τις αρχές χωρίς εξωτερική επιβολή.
Συνεπώς, η αυτονομία είναι στενά συνδεδεμένη με την ηθική πράξη ως αυτοσκοπό, καθώς ο Kant θεωρεί ότι η ηθική πράξη οφείλει να προέρχεται από την εσωτερική αυτοδιάθεση του ατόμου, αντί να επιβάλλεται από εξωτερικές αρχές ή κίνητρα. Με άλλα λόγια, η ηθική πράξη πρέπει να απορρέει από την ελευθερία και την αυτονομία του ατόμου να επιλέγει τις πράξεις του βάσει δικών του λογικά καθορισμένων αρχών και κανόνων, αντί να υπάγεται σε εξωτερικές πιέσεις ή κανόνες.
β) Στον Kant ο ηθικός νόμος λαμβάνει κατ’ εξοχήν τη μορφή της κατηγορικής προσταγής. Στο πλαίσιο αυτό, πώς συνδέεται η γνωσιοθεωρητική διάκριση αισθητών και νοητών πραγμάτων με το γεγονός ότι η κατηγορική προσταγή δεν συνιστά μια κατάσταση εξωτερικού καταναγκασμού της βούλησης αλλά έκφραση του ελεύθερου ηθικού υποκειμένου, το οποίο νομοθετεί για τον ίδιο τον εαυτό του;
Για τον Kant, η ηθική πράξη ως αυτοσκοπός σχετίζεται με την έννοια της κατηγορικής υποχρέωσης. Ο ηθικός νόμος είναι απολύτως υποχρεωτικός και ισχύει ανεξάρτητα από τις επιθυμίες ή τις προθέσεις του ατόμου. Ο ηθικός νόμος δηλαδή, είναι κατηγορηματικός και ισχύει πάντα και παντού. Με πιο απλά λόγια θα λέγαμε ότι όταν κάποιος πράττει από καθήκον, σημαίνει ότι πράττει από σεβασμό προς τον ηθικό νόμο, με τη λογική ότι αυτή η αρχή μπορεί να καταστεί ως καθολικός νόμος. Η ηθική αξία μίας πράξης που γίνεται από καθήκον, έγκειται στον γνώμονα σύμφωνα με τον οποίο αποφασίζεται. Ως γνώμονας ορίζεται μια υποκειμενική αρχή της θέλησης και βάσει αυτής αποφασίζεται η ηθική πράξη. Δεδομένου ότι η ηθική πράξη γίνεται από καθήκον, πρέπει να εμπεριέχει μια έννοια σεβασμού προς τον καθολικό ηθικό νόμο. Η έννοια αυτή, κατά τον Kant, ενυπάρχει σε όλα τα έλλογα όντα και έτσι η αρχή που με αναγκαιότητα διέπει την αγαθή βούληση είναι η ακόλουθη: «Πράττε έτσι ώστε ο γνώμονας της θέλησής σου να μπορεί πάντοτε να ισχύει συγχρόνως ως αρχή μιας καθολικής νομοθεσία».
Αυτή είναι κατά τον Kant η κατηγορική προσταγή, η οποία αποτελεί μια απόλυτη και αμετάβλητη ηθική αρχή, που ισχύει ανεξάρτητα από τις περιστάσεις ή τις επιθυμίες. Αντί λοιπόν να επικεντρωνόμαστε στα αποτελέσματα μιας πράξης, ο Kant προτείνει να επικεντρωθούμε στην ηθική αξία της πράξης και στην αρχή που την καθοδηγεί. Κατά συνέπεια, η κατηγορική προσταγή υποστηρίζει την ιδέα της ηθικής δράσης που πηγάζει από την αυτονομία του ηθικού υποκειμένου, ανεξάρτητα από τις επιθυμίες ή τα συμφέροντα αυτού.
Στην ηθική του Kant, η διάκριση ανάμεσα σε αισθητά και νοητά πράγματα παίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο. Όπως αναφέραμε και νωρίτερα, τα αισθητά πράγματα είναι εκείνα που γίνονται αντιληπτά μέσω των αισθήσεων και υπόκεινται στους νόμους του φυσικού κόσμου, ενώ τα νοητά υπερβαίνουν την αίσθηση, και αφορούν τη λογική και την ηθική. Η κατηγορική προσταγή στο πλαίσιο της καντιανής ηθικής αναφέρεται στην υποχρέωση να ενεργούμε σύμφωνα με καθολικά ισχύουσες ηθικές αρχές, ανεξάρτητα από προσωπικές επιθυμίες ή συμφέροντα. Συνδέοντας αυτά τα δύο στοιχεία, μπορούμε να πούμε ότι η κατηγορική προσταγή πηγάζει από τον νου του ελεύθερου ηθικού υποκειμένου, άρα αποτελεί έκφραση της ελεύθερης βούλησης του ατόμου. Έτσι, η κατηγορική προσταγή δεν συνιστά μια κατάσταση εξωτερικού καταναγκασμού της βούλησης αλλά μια έκφραση της ελεύθερης βούλησης του ατόμου, που αποφασίζει από μόνο του τι είναι σωστό ή λάθος βάσει της ηθικής του κρίσης.
γ) Η κατηγορική προσταγή, ως εγγύηση της αυτονομίας του ηθικού υποκειμένου, συνδέει την ατομική ηθική πράξη με ένα αίτημα καθολικότητας, δηλαδή με το αίτημα να μπορεί η κάθε ατομική ηθική πράξη να έχει καθολική ισχύ. Θεωρείτε ότι η συγκεκριμένη θέση του Kant περί αυτόνομης ηθικής πράξης μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας καθολικής ισχύος αντίληψης περί κοινού καλού εντός της σύγχρονης κοινωνίας;
Όπως αναλύσαμε και παραπάνω, στην ηθική θεωρία του Kant, η κατηγορική προσταγή, ως εγγύηση της αυτονομίας του ηθικού υποκειμένου, επιβεβαιώνει τη σύνδεση μεταξύ της ατομικής ηθικής πράξης και του αιτήματος καθολικότητας. Η κατηγορική προσταγή επιβεβαιώνει την ιδέα της καθολικότητας στην ηθική δράση, καθώς απαιτεί η ηθική πράξη να είναι βασισμένη σε αρχές και κανόνες που θα μπορούσαν να γίνουν καθολικοί νόμοι, ισχύοντες για όλα τα άτομα σε όλες τις καταστάσεις. Έτσι, η ατομική ηθική πράξη γίνεται μέρος μιας ευρύτερης καθολικής ηθικής διάστασης, που εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τις προσωπικές επιθυμίες του ατόμου. Συνεπώς, η εκπλήρωση της κατηγορικής προσταγής επιβεβαιώνει την ηθική αυτονομία του ατόμου, καθώς δείχνει ότι το ίδιο το άτομο αναλαμβάνει ελεύθερα την ευθύνη των δράσεών του, ανεξάρτητα από εξωτερικές επιρροές ή συνθήκες.
Η θέση του Kant, περί αυτόνομης ηθικής πράξης και κατηγορικής προσταγής, μπορεί πράγματι να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας καθολικής ισχύος αντίληψης περί κοινού καλού εντός της σύγχρονης κοινωνίας, αλλά υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Κατ’ αρχήν η ιδέα της αυτονομίας του ατόμου στη λήψη ηθικών αποφάσεων είναι ένα σημαντικό ηθικό ιδεώδες που προάγει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ελευθερία. Ωστόσο, μέσα σε μια σύγχρονη κοινωνία που χαρακτηρίζεται από πολυπολιτισμικότητα, η κατηγορική προσταγή θα πρέπει να ερμηνευθεί με τρόπο που να σέβεται τις διαφορετικές ηθικές προοπτικές και πεποιθήσεις καθώς και τις πολιτισμικές πρακτικές. Επιπλέον, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι οι κοινωνικές συνθήκες εξελίσσονται συνεχώς, άρα και η θεωρία του Kant θα πρέπει αντίστοιχα να προσαρμοστεί στις νέες πραγματικότητες. Αυτό μπορεί να έχει να κάνει με το πώς η αυτονομία του ηθικού υποκειμένου και η κατηγορική προσταγή θα μπορέσουν να ενσωματωθούν σε ένα πλαίσιο πολυπολιτισμικού διαλόγου και σε κοινωνικές πρακτικές που σέβονται τη διαφορετικότητα και προωθούν το κοινό καλό.
Εν κατακλείδι, προκειμένου να επιτευχθεί η εφαρμογή αυτών των κοινών αρχών και αξιών, ως βασική προϋπόθεση θα πρέπει να θεωρηθεί η συνεχής διαδικασία κοινωνικού διαλόγου και συνεργασίας. Με τον τρόπο αυτό θα εξασφαλιστεί η συναίνεση και η συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων μερών στη διαμόρφωση μιας κοινωνίας βασισμένης σε κοινές αρχές και αξίες. Άρα, η διαμόρφωση μιας καθολικής ισχύος αντίληψης περί κοινού καλού στη σύγχρονη κοινωνία, θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω του ευρύτερου διαλόγου και της συνεργασίας.-
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αυγελής, Ν., Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, Η’ εκδ. επαυξημένη, Θεσσαλονίκη: Κ. & Μ. Σταμούλης, 2020.
Kenny, A., (επιμ.), «Από τον Ντεκάρτ στον Καντ» στο A. Kenny (επιμ.) Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, Αθήνα: Νεφέλη, 2005.
Βαλλιάνος, Π., Φιλοσοφία στην Ευρώπη: Νεότερα και σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα (19ος-20ος αιώνας). τ. Γ΄, ΕΑΠ, Πάτρα 2008.
Καντ, Ι., Θεμελίωση της Μεταφυσικής των Ηθών, μετάφραση, σχόλια, επίμετρο Κώστας Ανδρουλιδάκης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Αθήνα 2017.
Ανδρουλιδάκης, Κ., Καντιανή Ηθική. Θεμελιώδη Ζητήματα και Προοπτικές, Σμίλη, Αθήνα 2018.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου